Τρίτη, 11 Νοεμβρίου, 2025
ΑΘΗΝΑ. Το πολιτικό σκηνικό εν όψει των εκλογών του 2027 διαμορφώνεται σε πρωτόγνωρα ρευστό περιβάλλον. Οι κινήσεις δύο πρώην πρωθυπουργών, του Αλέξη Τσίπρα και του Αντώνη Σαμαρά, αναταράσσουν τον κομματικό χάρτη, ενώ στο Μέγαρο Μαξίμου επικρατεί ανησυχία για τις πρώτες ενδείξεις φθοράς και για τις πιθανές παρενέργειες του εκλογικού νόμου στις ισορροπίες της επόμενης μέρας.
Ο Αλέξης Τσίπρας, αποστασιοποιημένος πλέον από τον ΣΥΡΙΖΑ, κινείται σταθερά προς τη δημιουργία ενός νέου πολιτικού φορέα, ο οποίος φιλοδοξεί να εκφράσει ένα πιο σύγχρονο και ευρύ προοδευτικό ρεύμα. Με έμφαση στη θεσμικότητα και τον κοινωνικό προσανατολισμό, επιχειρεί να αποκαταστήσει τη χαμένη επαφή με το μεσαίο στρώμα, παρουσιάζοντας ένα διαφορετικό αφήγημα από την αντιπολίτευση της περιόδου 2019-2023. Ωστόσο, το εγχείρημα παραμένει δύσκολο: η κοινωνική κόπωση, η έλλειψη νέων προσώπων και η γενικευμένη απαξίωση της Αριστεράς καθιστούν το στοίχημα ριψοκίνδυνο.

Ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας. (ΡΑΦΑΗΛ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ / EUROKINISSI)
Την ίδια στιγμή, ο Αντώνης Σαμαράς επανέρχεται δυναμικά, διεκδικώντας ρόλο ρυθμιστή στη Δεξιά. Οι πρόσφατες δημόσιες τοποθετήσεις του, με αιχμές προς το Μαξίμου για «θεσμικές εκτροπές» και «ιδεολογική αποστείρωση» της Νέας Δημοκρατίας, ερμηνεύονται από πολλούς ως προαναγγελία πολιτικής κίνησης με σαφή πατριωτικό και συντηρητικό προσανατολισμό. Αν τελικά επιλέξει να προχωρήσει στη δημιουργία νέου κόμματος, ακόμη και με περιορισμένη εκλογική απήχηση της τάξης του 5-7%, θα μπορούσε να στερήσει από τη ΝΔ κρίσιμες έδρες, καθιστώντας την αυτοδυναμία πολύ δύσκολη.
Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί το προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις, ωστόσο η φθορά της εξουσίας, οι εσωτερικές τριβές και η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια σε κοινωνικά στρώματα που αισθάνονται παραμελημένα δημιουργούν εύθραυστο κλίμα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επενδύει στη σταθερότητα, την οικονομική ανάπτυξη και την εικόνα διεθνούς αξιοπιστίας, όμως γνωρίζει καλά ότι το εκλογικό σύστημα δεν συγχωρεί μεγάλα ποσοστά απώλειας.
Ο πραγματικός φόβος για το Μαξίμου, πάντως, δεν είναι απλώς η απώλεια της αυτοδυναμίας, αλλά το ενδεχόμενο η Νέα Δημοκρατία να μην κατορθώσει στις προσεχείς εκλογές να ξεπεράσει το 25%. Σε μια τέτοια περίπτωση, και εφόσον παραμείνει πρώτο κόμμα -κάτι που προς το παρόν δεν αμφισβητείται, δεν θα λάβει καμία έδρα από το κλιμακωτό μπόνους των 50 εδρών, όπως προβλέπει ο ισχύων εκλογικός νόμος.

Ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς. (ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI)
Σύμφωνα με τον νόμο αυτόν, ένα κόμμα που συγκεντρώνει 25% των ψήφων λαμβάνει 20 έδρες μπόνους, ενώ από εκεί και πέρα προστίθεται μία έδρα για κάθε επιπλέον μισή μονάδα. Το ανώτατο μπόνους των 50 εδρών δίνεται μόνο εφόσον το πρώτο κόμμα συγκεντρώσει ποσοστό 40%. Αν, επομένως, η ΝΔ βρεθεί κάτω από το 25%, ο εκλογικός νόμος μετατρέπεται ουσιαστικά σε απλή αναλογική, οδηγώντας το πρώτο κόμμα σε περίπου 80 έδρες – λίγο κάτω ή λίγο πάνω, αναλόγως του ποσοστού των κομμάτων που θα μείνουν εκτός Βουλής.
Ενα τέτοιο αποτέλεσμα θα ισοδυναμούσε με πολιτικό σεισμό: θα τερμάτιζε τη δεκαετή κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας, θα άνοιγε το δρόμο για κυβέρνηση συνεργασίας και, ενδεχομένως, θα πυροδοτούσε εσωκομματικές αναταράξεις ή και αλλαγές ηγεσίας. Παράλληλα, η είσοδος ενός κόμματος υπό τον Αντώνη Σαμαρά στο Κοινοβούλιο θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει πλήρως τον δεξιό χώρο, επιταχύνοντας την ανασύνταξή του σε νέα ιδεολογική βάση.

Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στην Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις Βρυξέλλες, Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2025. (ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/EUROKINISSI)
Στον αντίποδα, αν ο Αλέξης Τσίπρας καταφέρει να συγκροτήσει έναν αξιόπιστο φορέα και να επανασυνδέσει την προοδευτική παράταξη με το κοινωνικό της ακροατήριο, τότε η πολιτική σκηνή θα θυμίζει περισσότερο πολυκομματικό μωσαϊκό παρά το γνώριμο δίπολο ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι κυβερνήσεις συνεργασίας θα καταστούν σχεδόν αναπόφευκτες, ενώ η σταθερότητα που προβάλλει ως βασικό επιχείρημα ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα τεθεί υπό σοβαρή αμφισβήτηση.
Οι εκλογές του 2027 προμηνύονται έτσι οι πιο απρόβλεπτες της μεταπολιτευτικής περιόδου. Η πολιτική κυριαρχία δεν θεωρείται πλέον δεδομένη, οι παραδοσιακές συμμαχίες ρευστοποιούνται και τα όρια ανάμεσα στην Κεντροαριστερά και την Κεντροδεξιά γίνονται πιο ασαφή. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η επόμενη κάλπη δεν θα μοιάζει με καμία προηγούμενη.
ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΞ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου