Κυριακή, 30 Νοεμβρίου, 2025
Είπε την ιστορική αλήθεια ο Τσίπρας για το δημοψήφισμα του 2015
Η κρίση εμπιστοσύνης τα συμπαρασύρει όλα. Την πολιτική. Τα κόμματα. Τους
θεσμούς. Η ανεπάρκεια τους, οι αγκυλώσεις τους, οι δυσλειτουργίες τους και
προπαντός η ποδηγέτησή τους, εύλογο είναι να επιτείνουν την απαξίωσή τους
Γκρίζα σύννεφα σκεπάζουν την πολιτική ζωή του τόπου. Την προσδοκία διαδέχθηκε η απομάγευση. Την απαντοχή η
διάψευση. Την ελπίδα η απογοήτευση. Αν τα αντανακλαστικά μας λειτουργούν
στοιχειωδώς, εύκολα διαπιστώνουμε ότι η ατμόσφαιρα στην ευρύτερη κοινή γνώμη
έχει βαρύνει αρκετά. Υπάρχει έντονη δυσαρέσκεια, διάχυτη δυσπιστία, υποβόσκουσα
αμφισβήτηση.
Ο υπόκωφος ήχος που διαπερνά το κοινωνικό σώμα, καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις. Τα ευρήματά τους δείχνουν να σωρεύονται ολοένα και περισσότερο πυκνά
νέφη. Όπως έγραφε ο σπουδαίος Οδυσσέας Ελύτης, «Τα καμπαναριά και στέγες, μες
στη συννεφιά».
Η κρίση εμπιστοσύνης τα συμπαρασύρει όλα. Την πολιτική. Τα κόμματα. Τους θεσμούς. Η ανεπάρκεια τους, οι αγκυλώσεις τους, οι δυσλειτουργίες
τους και προπαντός η ποδηγέτησή τους, εύλογο είναι να επιτείνουν την απαξίωσή
τους. Η υβριδική κοινωνία των πολιτών αποδεικνύεται αδύναμη. Έτσι βλέπουμε να
υπερτερούν οι αντιλήψεις, οι αξίες και οι τάσεις που προσβλέπουν, στην
εκκλησία, στον στρατό, στην αστυνομία.
Την ίδια δε στιγμή σύμφωνα με επίσημες έρευνες το 71% δεν εμπιστεύεται τη
δικαιοσύνη, το 86% δεν εμπιστεύεται τα πολιτικά κόμματα, το 97% του πληθυσμού
πιστεύει ότι η διαφθορά είναι ευρέως διαδεδομένη, το 92% δεν εμπιστεύεται τα
ΜΜΕ. Ουσιαστικά πρόκειται για αξιακή αναδίπλωση, με βαθύτερες προεκτάσεις. Μια
πραγματικότητα που δεν παύει να έχει τις δικές της επιδράσεις, στις πεποιθήσεις
των ανθρώπων και κατ’ επέκταση στην πολιτική και εκλογική του συμπεριφορά.
Με άλλα λόγια ο βαθμός πολιτικής εμπιστοσύνης βρίσκεται στα τάρταρα. Κάτι
που πιστοποιούν και τα ευρήματα του Διεθνούς Οργανισμού (Pew) για την Ελλάδα. Πως αλλιώς να ερμηνευθεί, η ολοένα και αυξανόμενη αποχή
των ψηφοφόρων από τις κάλπες. Στις βουλευτικές του 2023 το 46,8% των ψηφοφόρων
δεν προσήλθε να ασκήσει το εκλογικό του δικαίωμα. Μάλιστα στις ευρωεκλογές του
2024, η αποχή άγγιξε το 60%. Ως εκ τούτου, κάθε άλλο παρά υπερβολή είναι να
υποστηριχθεί, πως δεν πρόκειται για μια απλή αποστασιοποίηση των πολιτών, αλλά
για διάρρηξη των σχέσεων των πολιτών με τις υπάρχουσες κομματικές δυνάμεις.
Η αμφισβήτηση του αφυδατωμένου πολιτικού συστήματος αποκτά πλέον ευρύτερες
διαστάσεις. Η δημοσκοπική καθίζηση των άλλοτε κυρίαρχων κομμάτων θέτει πολλαπλά
ερωτηματικά ως προς την αξιοπιστία και τη φερεγγυότητα τους. Το ίδιο συμβαίνει
και με την επικράτηση του «Κανένα», ως προς το ποιος είναι καταλληλότερος για
Πρωθυπουργός.
Κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενοι, δέσμιοι αυταρεσκειών και μονομερειών,
προσπερνούν αδιάφορα την υπόγεια κοινωνική βοή. Αδυνατούν να ακούσουν τις
ανησυχίες, τους προβληματισμούς και τις αναζητήσεις, των ανθρώπων εκείνων που
νοιώθουν να βρίσκονται εκτός των τειχών, βιώνοντας την αδυναμία της πολιτικής
τάξης να ανταποκριθεί στις ανάγκες και στις προσδοκίες τους. Ο κομματικός
ανταγωνισμός με τα χαρακτηριστικά που έχει αποκτήσει, δεν τους ακουμπά. Πόσο
μάλλον να τους συγκινήσει.
Την πολιτική την συναισθάνεται διαφορετικά ο κάθε πολίτης. Άλλωστε, οι
προσλαμβάνουσες δεν είναι ίδιες για όλους. Δεν την αντιλαμβάνονται ως μια
υπόθεση που εξαντλείται στην αντιπαράθεση για τα Τέμπη, τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τις υποκλοπές,
τα ΕΛΤΑ, καθώς και σε άλλα σημαντικά ζητήματα τα οποία αποτελούν πεδίο
σύγκρουσης κυβέρνησης – αντιπολίτευσης. Αν συνέβαινε αυτό, τότε η κυβερνώσα
παράταξη θα είχε βρεθεί σε απόλυτη πολιτική ασφυξία. Κάτι που τουλάχιστον μέχρι
τώρα δεν προκύπτει.
Ακόμη και αν οι αντιπαραθέσεις και οι διαξιφισμοί που περιστρέφονται γύρω
από τα υπαρκτά μόνο προβλήματα και τη διαχείριση της καθημερινής ζωής των
πολιτών, δεν παραπέμπουν σε μια ολοκληρωμένη απάντηση στις μείζονες
προτεραιότητες της χώρας.
Ούτε συνιστούν εναλλακτική στρατηγική πρόταση. Έτσι εξάλλου εξηγείται η
ύπαρξη ενός διακριτού και πολυδύναμου κύματος αμφισβήτησης των κατεστημένων
δυνάμεων, που όμως στερείται πολιτικής έκφρασης. Το κενό εκπροσώπησης είναι
όντως υπαρκτό και έντονο.
Η πολιτική αποκτά αξία και χρησιμότητα όταν εδράζεται σε συγκεκριμένο
σχέδιο με εθνικούς και μετρήσιμους στόχους, όταν είναι συνυφασμένη με μια
ιδεολογικοπολιτική επαγγελία που θα συνδυάζει το μερικό με το γενικό, το ειδικό
με το ευρύτερο.
Και το κυριότερο θα συνδέει αρμονικά τις αντιτιθέμενες οικονομικές και
κοινωνικές επιδιώξεις, πείθοντας για τη διαχειριστική επάρκεια και την ηγετική
ικανότητα των πρωταγωνιστών της. Ή η πολιτική θα λειτουργεί ως εργαστήριο νέων
ιδεών, νέων προσεγγίσεων, νέων προταγμάτων και ικανών ηγεσιών, για να θυμηθώ
τον Ιταλό διανοητή Τόνι Νέγκρι ή θα περιορίζεται στη διαχείριση
αποστραγγισμένων κομματικών σχημάτων, αδυνατώντας να προσαρμοστεί στην διαρκώς
μεταβαλλόμενη εποχή.
Οι τωρινές ηγεσίες και τα κομματικά κατεστημένα δυσκολεύονται να
ανταποκριθούν στις αυτονόητες ανάγκες και απαιτήσεις. Αδυνατούν να ενσαρκώσουν
μια εμπροσθοβαρή στρατηγική, κρατώντας την πολιτική ζωή παγιδευμένη στη
στασιμότητα. Και αυτό γιατί βρίσκονται σε διάσταση με τη ζώσα πραγματικότητα.
Θεωρούν την επένδυση στον κομματικό πατριωτισμό, ως ικανή
και αναγκαία προϋπόθεση για να διατηρήσουν και να διευρύνουν την πολιτική
τους αποδοχή και εμβέλεια. Επιμένουν στη δική τους αλήθεια, μολονότι
αντιμετωπίζουν οξύ πρόβλημα έλλειψης ευπιστίας. Ξεχνούν κάτι απλό, η
απολυτότητα σκοτώνει την αλήθεια.
Το φόβητρο της ακυβερνησίας που επικαλείται η ηγεσία της ΝΔ, προκειμένου να
πείσει για την αναγκαιότητα της κυβερνητικής αυτοδυναμίας της, αλλά και η
προβαλλόμενη κυβερνητική αντίστιξη της αντιπολίτευσης, αν κάτι δείχνουν είναι η
απουσία επίγνωσης. Και το χειρότερο, επιβεβαιώνουν την πολιτικοϊδεολογική και
προγραμματική τους απογύμνωση. Αλλά και κάτι άλλο εξίσου σημαντικό, αρνούνται
να δεσμευτούν πως η ψήφος των πολιτών σε κάθε περίπτωση, θα συνιστά εντολή
λύσης για βιώσιμη διακυβέρνηση, αν οι κομματικοί συσχετισμοί που θα προκύψουν
μετά την εκλογική αναμέτρηση δεν θα δίνουν κυβερνητική αυτοδυναμία.
Τα προγράμματα που επικαλούνται και οι μεν και οι δε, απέχουν παρασάγγας
από αυτά που θα έπρεπε να διαθέτουν για να πείθουν ότι μπορούν να ανταποκριθούν
στις αυξημένες ανάγκες και απαιτήσεις. Οι υποσχέσεις για την ικανοποίηση μιας
σειράς αιτημάτων δεν θεμελιώνουν μια ολοκληρωμένη προγραμματική πρόταση. Γι’
αυτό άλλωστε δεν δημιουργούν το απαραίτητο μαγνητικό πεδίο για την προσέλκυση
ενδιαφέροντος της πλειονότητας των πολιτών.
Η αυτάρεσκη εμμονή της ΝΔ να προβάλλει τη μοναδικότητα της, αδυνατεί να
πείσει ακόμη και τους ψηφοφόρους που τη στήριξαν στις τελευταίες βουλευτικές
εκλογές. Η νεφελώδης υπόσχεση του ΠΑΣΟΚ, πως αρκεί να έχει μία ψήφο παραπάνω
από το βασικό της ανταγωνιστή για να αποτελέσει ενναλακτική κυβερνητική λύση,
παραμένει μετέωρη. Η υπερφίαλη φιλοδοξία του ΣΥΡΙΖΑ να δημιουργηθεί ένα
ευρύτερο αντιπολιτευτικό μέτωπο, μετά το πρωτοφανές ναυάγιο που έχει υποστεί,
στερείται σοβαρότητας.
Με στρατηγήματα λαφυραγωγίας του λεγόμενου κεντρώου χώρου, αλλά και
νεφελώματα, δεν αντιμετωπίζεται η καταγεγραμμένη κρίση εμπιστοσύνης που
διαπερνά το κοινωνικό σώμα. Πόσο μάλλον η κρίση νομιμοποίησης των πολιτικών
αντιλήψεων που πρεσβεύουν κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενοι. Η πρόσφατη άποψη
του Ευάγγελου Βενιζέλου περί μη διακυβερνήσιμης χώρας, δεν συνιστά αυθαίρετη
υπόθεση αλλά πραγματικότητα.
Ο
Γιώργος Πανταγιάς είναι Σύμβουλος Στρατηγικής και Επικοινωνίας
TO BHMA

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου