Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου, 2026
Το «Γεώργιος Αβέρωφ» στη Θεσσαλονίκη το 2007. (Πηγή Wikipedia)
Είναι λίγο μετά τις οκτώ το πρωί του
Σαββάτου 5 Ιανουαρίου 1913. Στα νερά έξω από τα οθωμανικά Στενά των
Δαρδανελίων, το ελληνικό αντιτορπιλικό «Λέων» βρίσκεται σε περιπολία, όταν στον
ορίζοντα αρχίζουν να διακρίνονται οι καπνοί των τουρκικών πολεμικών πλοίων.
Αμέσως σημαίνει συναγερμός. Οι ναύτες παίρνουν θέσεις μάχης. Ωρα 08:15 από την
αίθουσα ασυρμάτου του «Λέοντος» φεύγει προς τον υπόλοιπο στόλο ένα σύντομο
σήμα: «ΕΧ-ΕΧ-ΕΧ». Ο εχθρός εξέρχεται.
Στον Μούδρο της Λήμνου, το προχωρημένο
ορμητήριο του ελληνικού στόλου, οι μηχανές των πλοίων τίθενται σε λειτουργία.
Λίγο μετά τις 09:00 η ναυαρχίδα
«Γεώργιος Αβέρωφ», τα παλαιότερα
θωρηκτά «Σπέτσαι», «Υδρα» και «Ψαρά», τρία αντιτορπιλικά και δύο ανιχνευτικά
βγαίνουν από τον κόλπο. Στις 09:28 ο 57χρονος υποναύαρχος και αρχηγός του
Στόλου του Αιγαίου Παύλος
Κουντουριώτης στέλνει στα
πληρώματα ένα μάλλον ασυνήθιστο για όσα πρόκειται να ακολουθήσουν μήνυμα: «Ο
Ναύαρχος εύχεται καλήν ημέραν εις τα γενναία επιτελεία και πληρώματα». Σε
λιγότερο από δυόμισι ώρες, τα πυροβόλα των δύο στόλων θα αρχίσουν να βάλλουν το
ένα εναντίον του άλλου. Η σύγκρουση θα αποτελούσε την τελευταία μεγάλη
αναμέτρηση του ελληνικού και του οθωμανικού στόλου κατά τον Α΄ Βαλκανικό
Πόλεμο.
Γιατί το Αιγαίο είχε τόσο μεγάλη σημασία
Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος είχε αρχίσει στις 25 Σεπτεμβρίου του 1912, όταν το Μαυροβούνιο κήρυξε τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Λίγες ημέρες αργότερα μπήκαν στη σύγκρουση η Βουλγαρία και η Σερβία και στις 5 Οκτωβρίου η Ελλάδα. Για τη χώρα μας, το θαλάσσιο πεδίο αποδείχθηκε ένα από τα σημαντικότερα στρατηγικά της πλεονεκτήματα.
Στη Μικρά Ασία βρίσκονταν ισχυρές
τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις, οι οποίες, εάν μεταφέρονταν διά θαλάσσης στα
ευρωπαϊκά μέτωπα, μπορούσαν να ενισχύσουν σημαντικά τις δυνάμεις της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια και να επηρεάσουν την εξέλιξη του πολέμου. Για αυτό
και η βουλγαρική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία απέδιδε ιδιαίτερη σημασία στη
συμμετοχή της Ελλάδας, καθώς ο στόλος της μπορούσε να εμποδίσει τη μεταφορά των
εχθρικών στρατευμάτων.
Από τις πρώτες κιόλας ημέρες του
πολέμου, ο Κουντουριώτης επέλεξε να κινηθεί επιθετικά. Στις 5 Οκτωβρίου 1912 ο
στόλος αποπλέει από το Φάληρο και στη 01:00 τα ξημερώματα της 6ης Οκτωβρίου
φθάνει στη Λήμνο με τον υποναύαρχο να ζητά από τον Τούρκο διοικητή την παράδοση
του νησιού. Οταν εκείνος αρνείται, ελληνικά αγήματα αποβιβάζονται στις 8 του
μηνός στη θέση Βουρλίδια, κοντά στο Διαπόρι και χωρίς να συναντήσουν αντίσταση
κατευθύνονται προς τη Μύρινα όπου σημειώνεται μια σύντομη αψιμαχία με οθωμανικό
τμήμα, το οποίο όμως γρήγορα διαλύεται, ανοίγοντας τον δρόμο για την πλήρη
κατάληψη του νησιού.
Αντιτορπιλικό
κλάσης «Θηρία» (κατά πάσα πιθανότητα το «Λέων») σε περιπολία. Εργο του ναυάρχου
Κωνσταντίνου Α. Αλεξανδρή.
Η κίνηση αποδείχθηκε καθοριστική, καθώς επέτρεψε τη μετατροπή του Μούδρου, ενός βαθιού και ασφαλούς φυσικού λιμανιού, σε προκεχωρημένη ναυτική βάση του ελληνικού στόλου, και δη σε στρατηγική θέση ακριβώς απέναντι από την έξοδο των Δαρδανελίων. Από εκεί μπορούσαν να επιτηρούνται διαρκώς τα Στενά, να υποστηρίζονται οι επιχειρήσεις στο βόρειο και ανατολικό Αιγαίο και να αντιμετωπίζεται άμεσα οποιαδήποτε έξοδος του οθωμανικού στόλου. Τους επόμενους μήνες οι δυνάμεις μας κατέλαβαν σειρά γειτονικών νησιών, ενώ η ναυτική υπεροχή επέτρεψε και τη μεταφορά συμμαχικών στρατευμάτων διά θαλάσσης.
Η πρώτη μεγάλη απόπειρα των Οθωμανών
να ανατρέψουν αυτή την κατάσταση είχε γίνει στις 3 Δεκεμβρίου 1912 με τη
Ναυμαχία της Ελλης. Ο στόλος τους, υπό τον πλοίαρχο Ραμίζ Μπέη,
αρχηγό του οθωμανικού στόλου, είχε βγει από τα Δαρδανέλια, αλλά μετά τη
σύγκρουση με την ελληνική μοίρα αναγκάστηκε να επιστρέψει στα Στενά. Η ναυμαχία
πήρε το όνομά της από το Ακρωτήριο της Ελλης (γνωστό στους Οθωμανούς ως «Ελές
Μπουρνού»), που βρίσκεται στη χερσόνησο της Καλλίπολης, στην είσοδο των
Δαρδανελίων, κοντά στο οποίο εξελίχθηκε η κύρια σύγκρουση των δύο στόλων. Εκεί
είχε ήδη αναδειχθεί ο καίριος ρόλος του πάνοπλου και υπερσύγχρονου για εκείνη
την εποχή εύδρομου «Γεώργιος Αβέρωφ».
Το πλοίο που έπρεπε να φύγει από τη μέση
Το «Αβέρωφ» έχει μείνει στην ελληνική
συλλογική μνήμη ως θωρηκτό, αν και από τεχνικής απόψεως ήταν θωρακισμένο
καταδρομικό. Είχε εκτόπισμα περίπου 10.200 τόνων, διέθετε τέσσερα κύρια
πυροβόλα των 234 χιλιοστών και οκτώ των 190 χιλιοστών, ενώ στις δοκιμές είχε
αναπτύξει μέγιστη ταχύτητα 23,9 κόμβων – περίπου 44,2 χιλιόμετρα την ώρα, μια
εξαιρετικά υψηλή επίδοση για πολεμικό πλοίο αυτού του μεγέθους εκείνη την
εποχή.
«Η είσοδος του θωρηκτού “Γεώργιος Αβέρωφ” στον Κεράτιο Κόλπο», φιλοτεχνημένη από τον διακεκριμένο Κερκυραίο ζωγράφο Λυκούργο Κογεβίνα.Επιστολικό δελτάριο που απεικονίζει το θρυλικό θωρακισμένο καταδρομικό «Γεώργιος Αβέρωφ». Πάνω δεξιά ο ομώνυμος εθνικός ευεργέτης.
Μπορούσε να κινηθεί αισθητά
γρηγορότερα από όλα τα παλαιά ελληνικά θωρηκτά και από τις κύριες μονάδες του
αντιπάλου. Γι’ αυτό και οι Τούρκοι το αποκαλούσαν με φόβο «Σεϊτάν Παπόρ» (Şeytan Vapuru),
που σήμαινε «Το Βαπόρι του Διαβόλου». Οι Ελληνες από την άλλη θα του έδιναν
πολύ σύντομα το πολύ πιο οικείο και αγαπητό προσωνύμιο «μπαρμπα-Γιώργης».
Κυβερνήτης του ήταν ο αντιπλοίαρχος Σοφοκλής
Δούσμανης, ενώ πάνω στο επιβλητικό σκαρί
επέβαινε και ο ίδιος ο αρχηγός του στόλου, ο Παύλος Κουντουριώτης.
Τ
ο θωρακισμένο
καταδρομικό «Γεώργιος Αβέρωφ». (Πηγή: Wikipedia)
Η οθωμανική ηγεσία γνώριζε καλά πως
όσο το «Αβέρωφ» παρέμενε απέναντι από τα Δαρδανέλια, μια νέα έξοδος των πλοίων
της ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη. Ετσι σχεδιάστηκε ένας αντιπερισπασμός. Το ταχύ
καταδρομικό «Χαμιδιέ» (Hamidiye),
με κυβερνήτη τον Χουσεΐν Ραούφ
Μπέη, κατάφερε τη νύχτα της 1ης προς τη 2α
Ιανουαρίου 1913 να περάσει απαρατήρητο από τις περιπολίες και να βγει στο
Αιγαίο. Λίγο αργότερα έφθασε στη Σύρο και έπληξε το επιταγμένο ελληνικό
επιβατηγό ατμόπλοιο «Μακεδονία», που είχε ενταχθεί στις βοηθητικές μονάδες του
Πολεμικού Ναυτικού ως πλωτό νοσοκομείο, προκαλώντας ανησυχία στην Αθήνα. Το
σχέδιο των Τούρκων ήταν να παρασυρθεί το «Αβέρωφ» σε καταδίωξη του «Χαμιδιέ»,
ώστε ο ελληνικός στόλος απέναντι στα Στενά να μείνει χωρίς το ισχυρότερο πλοίο
του.
Ο Κουντουριώτης δεν έπεσε στην παγίδα.
Παρά την πίεση που δημιουργούσε η παρουσία του «Χαμιδιέ» στο Αιγαίο, κράτησε
τον «Αβέρωφ» στον βασικό σχηματισμό και συνέχισε την επιτήρηση των Δαρδανελίων.
Η επιλογή αποδείχθηκε κρίσιμη καθώς η οθωμανική διοίκηση πιστεύοντας ότι το
ελληνικό καταδρομικό μπορεί να είχε απομακρυνθεί ετοιμάστηκε για νέα
συντονισμένη έξοδο του στόλου του.
Το οθωμανικό
καταδρομικό «Χαμηδιέ» μήκους 102 μέτρων. (Πηγή: Wikipedia)Η ναυαρχίδα του
τουρκικού στόλου «Μπαρμπαρός Χαϊρεντίν». (Barbaros Hayreddin)
Οι Τούρκοι ξεμυτίζουν
Κι έτσι φθάνουμε στο πρωινό της 5ης
Ιανουαρίου 1913, με το οποίο ξεκινήσαμε την αφήγησή μας, όπου λίγο μετά τις
οκτώ, το πλήρωμα του ελληνικού αντιτορπιλικού «Λέων» που βρίσκεται σε
περιπολία, αρχίζει να διακρίνει στον ορίζοντα τον καπνό των τουρκικών πολεμικών
πλοίων που βγαίνουν από τα Δαρδανέλια. Προπορεύεται το ελαφρύ καταδρομικό
«Μετζητιέ» (Mecidiye).
Πίσω του ακολουθούν τα μεγάλα οθωμανικά θωρηκτά: η ναυαρχίδα του τουρκικού
στόλου «Μπαρμπαρός Χαϊρεντίν» (Barbaros Hayreddin), το «Τουργκούτ Ρέις» (Turgut Reis)
και το παλαιότερο «Μεσουδιέ» (Mesudiye), μαζί με ελαφρότερες μονάδες.
Η «Ναυμαχία της
Ελλης», φιλοτεχνημένη από τον θαλασσογράφο Βασίλειο Χατζή. Στον πίνακα δεσπόζει
το «Αβέρωφ» και πίσω του διακρίνονται τα θωρηκτά «Υδρα», «Σπέτσαι» και «Ψαρά»
(Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος).
Απέναντί τους κινούνταν το «Αβέρωφ»
και τα θωρηκτά «Σπέτσαι», «Υδρα» και «Ψαρά», πλαισιωμένα από ταχύτερα μικρότερα
πλοία. Οταν το «Μετζητιέ» αντιλαμβάνεται ότι η πανίσχυρη ναυαρχίδα μας
βρισκόταν ακόμη εκεί, με τα πυροβόλα να στρέφονται κατά πάνω του, κάνει στροφή
180 μοιρών και επιστρέφει ολοταχώς προς την κύρια δύναμη των υπόλοιπων
οθωμανικών πλοίων.
Οι δύο στόλοι αρχίζουν να συγκλίνουν.
Στις 11:34 π.μ., από απόσταση περίπου 8.400 μέτρων, σύμφωνα με τις μαρτυρίες τα
οθωμανικά κανόνια ήταν αυτά που άνοιξαν πρώτα πυρ. Ενα λεπτό αργότερα απάντησαν
τα ελληνικά. Καθώς τα πλοία πλησίαζαν περισσότερο, οι βολές γίνονταν ολοένα και
πιο αποτελεσματικές.
Επιστολικό
δελτάριο που απεικονίζει το θωρηκτό καταδρομικό «Αβέρωφ» με τον ομώνυμο μέγα
ευεργέτη δεξιά και τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη αριστερά.
Τα 20 λεπτά που έκριναν τη ναυμαχία
Η κύρια ανταλλαγή πυρών υπήρξε
εντυπωσιακά σύντομη. Περίπου είκοσι λεπτά μετά την έναρξη της ναυμαχίας, η
έκβαση είχε ήδη αρχίσει να διαγράφεται ξεκάθαρα υπέρ του ελληνικού στόλου. Τα
θωρηκτά «Υδρα» και «Ψαρά» συγκέντρωσαν τα πυρά τους στο «Μεσουδιέ», ενώ το
«Αβέρωφ», μαζί με το «Σπέτσαι», έβαλλε εναντίον των δύο ισχυρότερων οθωμανικών
πλοίων.
Το «Μεσουδιέ» υπέστη σοβαρές ζημιές και βγήκε από τη γραμμή μάχης, ενώ το «Μπαρμπαρός Χαϊρεντίν» δέχθηκε επανειλημμένα πλήγματα. Λίγο πριν από τις 12 το μεσημέρι ο οθωμανικός σχηματισμός άρχισε να στρέφεται προς τα βορειοανατολικά με κατεύθυνση τα Δαρδανέλια. Η ναυμαχία όμως δεν είχε ακόμη τελειώσει.
Στις 12:05 ο Κουντουριώτης αξιοποίησε
το μεγάλο πλεονέκτημα του «Αβέρωφ»: την ταχύτητά του. Το πλοίο επιτάχυνε στους
20 κόμβους (περίπου 37 χιλιόμετρα την ώρα) και άρχισε να καταδιώκει… μόνο του
τις οθωμανικές μονάδες, καθώς τα παλαιότερα ελληνικά θωρηκτά δεν μπορούσαν να
το ακολουθήσουν με τον ίδιο ρυθμό. Κατά την καταδίωξη ακολουθούσε ελιγμούς που
του επέτρεπαν να χρησιμοποιεί εναλλάξ τα πυροβόλα και των δύο πλευρών του. Για
περισσότερες από δύο ώρες το «Αβέρωφ» κάνοντας επιδέξιες μανούβρες συνέχισε να
πιέζει τα εχθρικά πλοία που υποχωρούσαν προς την προστασία των οχυρών των
Στενών.
Λίγο μετά τις 14:30 τα οθωμανικά πλοία
είχαν πλέον φθάσει στην είσοδο των Δαρδανελίων. Εκεί σταμάτησε η καταδίωξη. Ο
Κουντουριώτης δεν επρόκειτο να εκθέσει τη ναυαρχίδα του στα πυρά των παράκτιων
πυροβολείων. Το βράδυ, στις 19:05, ενημέρωσε τον υπουργό Ναυτικών Νικόλαο Στράτο
ότι ο εχθρικός στόλος είχε «κατεναυμαχηθεί» και καταδιωχθεί μέχρι τα Στενά όπου
«κατέφυγε εν αταξία». Στο ίδιο σήμα σημείωνε ότι το «Αβέρωφ» είχε υποστεί μόνο
ασήμαντες ζημιές και ότι η μαχητική του ικανότητα παρέμενε ανέπαφη.
To Θ/Κ «Αβέρωφ» λειτουργεί στις μέρες
μας ως πλωτό μουσείο. (Πηγή: Wikipedia)
Ενας Ελληνας τραυματίας έναντι των βαριών οθωμανικών
απωλειών
Από ελληνικής πλευράς δεν υπήρξε
νεκρός και καταγράφηκε ένας μόνο τραυματίας, ο δίοπος σαλπιγκτής Αγγελής Φιλιγκάτης του «Αβέρωφ». που χτυπήθηκε από θραύσμα. Στην αντίπαλη
πλευρά, τα τρία μεγάλα οθωμανικά πλοία είχαν υποστεί σοβαρές ζημιές. Οι
απώλειες σε ανθρώπινες ζωές διαφέρουν αρκετά ανάλογα με την πηγή. Η επίσημη
ιστορική παρουσίαση του Πλωτού Ναυτικού Μουσείου «Γ. Αβέρωφ» κάνει λόγο για
τουλάχιστον 282 νεκρούς και τραυματίες, ενώ άλλες στρατιωτικές και ναυτικές
συνθέσεις δίνουν χαμηλότερες εκτιμήσεις.
Η σημασία της ελληνικής νίκης στη
Ναυμαχία της Λήμνου δεν μετριέται όμως μόνο στα πλοία και τους άνδρες που
χτυπήθηκαν εκείνο το μεσημέρι. Ο οθωμανικός στόλος μετά από εκείνη την ημέρα
δεν επιχείρησε νέα έξοδο στο Αιγαίο έως το τέλος του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου. Η
ελληνική πλευρά μπορούσε πλέον να συνεχίσει τις θαλάσσιες μεταφορές και τις
επιχειρήσεις της χωρίς να αντιμετωπίζει σοβαρή αμφισβήτηση της κυριαρχίας της
στο πέλαγος, ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία εξακολουθούσε να στερείται τη
δυνατότητα να μεταφέρει μαζικά στρατεύματα από τη Μικρά Ασία στα βαλκανικά
μέτωπα μέσω θαλάσσης. Με άλλα λόγια, ο ελληνικός στόλος είχε εκπληρώσει τον
βασικό στρατηγικό σκοπό για τον οποίο είχε βγει στο Αιγαίο τον Οκτώβριο του
1912.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου