Κυριακή, 23 Αυγούστου, 2026
Το παλιό πανηγύρι ήταν φτιαγμένο για να το ζεις, το σημερινό όλο και συχνότερα μοιάζει φτιαγμένο για να το καταγράφεις, μια ακόμη εικόνα σε μια lifestyle παρέλαση.
Το πανηγύρι, όπως το θυμάμαι από τα παιδικά καλοκαίρια μου στο νησί, ήταν αυθόρμητο και ανεπιτήδευτο. Συνέβαινε, όπως συμβαίνει μια ξαφνική
αυγουστιάτικη βροχή που έρχεται να δροσίσει τα πάντα. Ως εκτόνωση της ανάγκης
που ένιωθε η κοινότητα να συναντηθεί γύρω από ένα τραπέζι, να τσουγκρίσει τα
ποτήρια και να ξεχάσει για λίγο προβλήματα, έγνοιες και διαφορές. Η πλατεία
γέμιζε τραπεζοκαθίσματα, οι μουσικοί ανέβαιναν στο αυτοσχέδιο πάλκο, ο κόσμος
μαζευόταν χωρίς προσκλήσεις, χωρίς αφίσες και χωρίς εισιτήρια. Χωρίς κανένας να
τραβάει βίντεο για να το ανεβάσει στο Διαδίκτυο.
Φαγητό, κρασί και χορός για όλους, για τους ντόπιους και για τους
ελάχιστους ξένους επισκέπτες – βρισκόμασταν ακόμη στην εποχή όπου το χωριό μας δεν είχε μπει στον τουριστικό χάρτη. Η ορχήστρα των ερασιτεχνών
μουσικών έπαιζε με μια υποτυπώδη ηχητική εγκατάσταση.
Οι ηλικιωμένοι οδηγούσαν με βήματα ασταθή τις ανθρώπινες αλυσίδες που
ελίσσονταν ανάμεσα στα τραπέζια ακολουθώντας τον ρυθμό και οι νέοι έρχονταν από
πίσω, «απαντώντας» στην πείρα των παλιών με την ορμή της ηλικίας τους.
Τους θυμάμαι να τινάζονται σαν ελατήρια στον σκοπό του βιολιού, ενώ εγώ,
μαζί με τα άλλα παιδιά, παρακολουθούσα τρώγοντας το παγωτό μου – «Αραπάκι»,
τότε που δεν αναζητούσαμε ρατσιστικά υπονοούμενα και στο χρώμα της σοκολάτας.
Παρατηρώ τώρα τις αναρτήσεις, τα δεκάδες βίντεο από τα πανηγύρια του
Αυγούστου. Κορίτσια βαμμένα και ντυμένα σαν παράνυφοι σε γάμο του Λας Βέγκας
κάνουν πως χορεύουν με το ένα μάτι στραμμένο στο κινητό κάποιας φίλης που τα
βιντεοσκοπεί.
Δίπλα τους, τα αγόρια χαμογελούν στον φακό, ζαλισμένα και εκείνα από το
ποτό. Στην πραγματικότητα, σχεδόν κανείς δεν χορεύει. Ολες και όλοι εκτελούν τα
ίδια στερεότυπα βήματα, άλλοι ακολουθώντας στοιχειωδώς τη μουσική, άλλοι τον
δικό τους εσωτερικό, εντελώς παράφωνο ρυθμό. Και η μουσική; Εκκωφαντική, σαν
εκείνη των ξενυχτάδικων.
Ελάχιστη σχέση έχει, τις περισσότερες φορές, με τα παραδοσιακά νησιώτικα
ακούσματα. Πρόκειται για τραγούδια κακής ποιότητας που φορούν τη στολή του
νησιώτικου: ίδιες λέξεις για θάλασσες, καράβια, έρωτες και ξενιτιές, ίδιοι
ρυθμοί, αλλά φτιαγμένα από ανθρώπους που μοιάζουν να μην έχουν ιδέα ούτε από
νησιωτική παράδοση ούτε από λαϊκή μουσική. Δανείζονται τη φόρμα, αλλά όχι το
βίωμα. Αυτό που κάποτε ήταν μια αυθόρμητη πράξη συλλογικής χαράς έχει
μεταλλαχθεί σε προϊόν επίδειξης.
Και ίσως τελικά το μεγαλύτερο θύμα αυτής της μετάλλαξης να μην είναι ούτε η
μουσική ούτε ο χορός. Είναι η ίδια η έννοια της κοινότητας. Το παλιό πανηγύρι
ήταν μια τελετουργία συμμετοχής.
Το σημερινό μοιάζει ολοένα περισσότερο με ένα υπαίθριο τηλεοπτικό πλατό,
όπου όλοι παριστάνουν ότι διασκεδάζουν για να το πιστέψουν όσοι τους
παρακολουθούν από το σπίτι. Βέβαια, κάθε γενιά πιστεύει ότι η επόμενη
καταστρέφει τις παραδόσεις.
Ισως κι εμείς να εξιδανικεύουμε λίγο το χθες. Ομως υπάρχει μια διαφορά που
δύσκολα αμφισβητείται: το παλιό πανηγύρι ήταν φτιαγμένο για να το ζεις, το
σημερινό όλο και συχνότερα μοιάζει φτιαγμένο για να το καταγράφεις, μια ακόμη
εικόνα σε μια lifestyle παρέλαση. Από τόπος συνάντησης, έγινε τόπος προβολής. Από κοινό βίωμα,
δημόσια αναπαράσταση. Aλλες
εποχές; ΤΟ ΒΗΜΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου