Κυριακή, 12 Οκτωβρίου, 2025
Ο Δημήτρης Λάλος μιλά στο ΒΗΜΑ Talks με αφορμή τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στη σειρά του Mega «Μια νύχτα μόνο» και ξετυλίγει όλο το κουβάρι της σταδιοδρομίας του στην
υποκριτική.
ΟΔημήτρης Λάλος μεγάλωσε στη Γερμανία αλλά γεννήθηκε στην Ελλάδα, όπου επέστρεψε για
σπουδές -ηλεκτρονικός ηλεκτρονικών υπολογιστών. Μέχρι που μια παράσταση της
Ελένης Σκότη τον οδήγησε στο θέατρο. «Μεγάλωσε» στο Επί Κολωνώ για να συνεχίσει
με την δική του στέγη, το Εν Αθήναις-Tempus Verum στο Γκάζι. Σκηνοθέτης και ηθοποιός, Βραβείο Χορν 2012, διαθέτει ισχυρό
υποκριτικό αποτύπωμα. Μπήκε στην τηλεόραση και μόνο απαρατήρητος δεν πέρασε. Ο
«Μαθιός» καθόρισε και την καριέρα και την ζωή του.
Φέτος πρωταγωνιστεί στη νέα δραματική σειρά του Mega, «Μια νύχτα μόνο», που ξεκινά τον Νοέμβριο και αυτή ήταν η αφορμή για να
ξεκινήσει η κουβέντα μας για το ΒΗΜΑ Talks.
«Μια νύχτα μόνο»: Μιλήστε μου για τη νέα σειρά του Mega…
Η ιστορία ξεκινά με μια γυναίκα που αντιμετωπίζει ένα σημαντικό πρόβλημα
υγείας με το παιδί της και χρειάζεται λεφτά. Τα ζητάει απ’ τον χαρακτήρα που
παίζω εγώ, δάνειο απ’ την εταιρεία του, όπου δουλεύει. Δάνειο δεν μπορεί να της
δώσει η εταιρεία, αλλά μπορώ εγώ, απ’ τον προσωπικό μου λογαριασμό, αρκεί να
κοιμηθεί μια νύχτα μαζί μου.
Είναι μια σύνθετη υπόθεση, γιατί ο χαρακτήρας μου θέλει να τη δοκιμάσει
-όχι να το πετύχει. Όταν εκείνη δέχεται την πρόταση, εκείνος δυσκολεύεται.
Προτιμούσε να του είχε πει όχι, για να του αποδείξει ότι δεν είναι σαν τις
άλλες γυναίκες που έχει γνωρίσει στη ζωή του. Κι αυτό είναι το ωραίο στη σειρά:
Ο καθένας νομίζει κάτι διαφορετικό για τον άλλο, όπως και ο τηλεθεατής.
Πρόκειται για μια πολύ ωραία παραγωγή. Με τον Καραγιάννη είναι η τρίτη δουλειά που κάνω και νομίζω ότι είναι απ’ τις πιο ακριβές. Ο σκηνοθέτης Στάμος Τσιάμης είναι εξαιρετικός στο πως αντιλαμβάνεται το όλον, πως υποστηρίζει τους συνεργάτες, πως νοιάζεται για όλα και δίνει χρόνο στα γυρίσματα. Είναι σημαντικό να δουλεύεις σε συνθήκες που σε σέβονται, γιατί μπορείς ν’ αποδώσεις καλύτερα.
Αυτή είναι και η περιπέτεια της τηλεόρασης, αυτό που ξεχωρίζει τον καλό
ηθοποιό απ’ τον εξαιρετικό. Έχουμε πολύ καλούς ηθοποιούς, αλλά αυτό που κάνει
την διαφορά είναι πώς μπορεί να δημιουργήσει σκηνική παρουσία, δραματική
ένταση, χωρίς πρόβα.
Πώς επιλέγετε τις τηλεοπτικές σας δουλειές;
Το ένστικτο είναι πολύ σημαντικό. Ευτυχώς όμως, όταν βρίσκεσαι από ένα
επίπεδο και πάνω, όλα αυτά που σου προτείνουν δεν μπορεί να είναι χαμηλού
επιπέδου. Οι προτάσεις που μου γίνονται είναι πάρα πολύ λίγες. Αν δεν υπάρχει
το υλικό και η ποιότητα, ξέρει ο άλλος από πριν ότι θ’ αρνηθώ. Οπότε μόνο
όποιος έχει μια πολλή σοβαρή πρόταση με προσεγγίζει.
Δεν μπορώ να ξοδεύω τον χρόνο μου διότι ο χρόνος είναι και το μόνο πράγμα
που έχουμε στην ιδιοκτησία μας, και το οποίο διαπραγματευόμαστε. Γι’ αυτό λέμε
ότι ο χρόνος είναι χρήμα. Δουλεύεις για να ’χεις χρόνο. Και ξοδεύεις το χρόνο
σου δουλεύοντας για να πάρεις λεφτά. Όλα είναι γύρω από τον χρόνο.
Μετά είναι οι συνεργάτες. Είναι η 5η χρονιά που δουλεύω με τον Καραγιάννη και τα Κapa Studios. Είναι ένας μεγάλος παίκτης που σου λέει «θέλω να κάνω αυτό», και ξέρεις
ότι μπορεί να το κάνει. Κι έτσι έχεις μια ασφάλεια. Μετά είναι και το κανάλι.
Τώρα με το Mega, ένα πολύ δυνατό και μεγάλο κανάλι, ξέρεις ότι θα πάρει τη δουλειά και θα
την απογειώσει, θα την προσέξει σ’ όλα τα επίπεδα και νιώθεις ασφάλεια.
Έχετε αφήσει πίσω σας πια τον «Σασμό»;
Κάνοντας έναν χαρακτήρα όπως ο Μαθιός, που, δεν ξέρω πώς, κάπως τον πέτυχα,
δόθηκε ένα στίγμα. Βέβαια αυτό είναι ευχή και κατάρα. Εμπιστεύτηκα όμως την
τεχνική μου, την εκπαίδευσή μου, το υποκριτικό μου ένστικτό και προχώρησα.
Σας είχε γοητεύσει ο ρόλος του «καλού φονιά»;
Εγώ απ’ το θέατρο ήμουν εκπαιδευμένος σε τέτοιους ρόλους. Και στο
«Ροντβάιλερ» και μετά στο «Λα Τσούνγκα», με την Καρυοφυλλιά, που πήρα και το
Βραβείο Χορν, έκανα αυτούς τους καλούς-κακούς. Άλλωστε είμαστε και τα δύο,
ανεπτυγμένο το καθένα σε διάφορες βαθμίδες. Εγώ νομίζω ότι έγινα καλός ηθοποιός
απ’ την μέρα που παραδέχτηκα ότι δεν είμαι καλός ηθοποιός -τότε χαλάρωσα κι
άρχισα να καταλαβαίνω και περισσότερα πράγματα.
Περιμένατε ότι ο «Σασμός» θα είχε τόση επίδραση στην καριέρα σας…
Την πρώτη χρονιά, όχι, με τίποτα. Απ’ τη δεύτερη σεζόν άρχισε να φαίνεται.
Είναι όμως έτσι και το επάγγελμά μας, που δεν ξαφνιάζεσαι. Περιμένεις ότι
κάποια στιγμή μπορεί να σου συμβεί, ότι μπορεί η δουλειά σου να σε κάνει πολύ
γνωστό. Και κάπως το διαχειρίζεσαι.
Δυσκολευτήκατε στη διαχείριση της επιτυχίας;
Το καλό είναι ότι είχα ήδη μια πορεία στο θέατρο. Με ήξερε ένας κόσμος,
ήξερα τι σημαίνει να είσαι στα φώτα της δημοσιότητας, όχι τόσο πολύ βέβαια
-πολλές φορές δεν μπορώ να βγω για καφέ… Αλλά και ηλικιακά νομίζω ήμουν σε μια
καλή φάση. Φαντάζομαι ότι αν μου συνέβαινε στα 25 θα ήταν πιο δύσκολο.
Αντιλαμβάνομαι κιόλας ότι αυτό είναι μια φάση, γιατί υπάρχουν κι άλλοι
συνάδελφοί μου, πριν από μένα, που έχουν κάνει το μεγάλο μπαμ και τώρα δεν ξέρω
τι κάνουν, πού είναι, πώς νιώθουν, πώς βιοπορίζονται. Είναι αυτή η μοίρα των
πρωταγωνιστών; Κάποια στιγμή να μεσουρανούν και μετά να εξαφανίζονται; Πώς θα
μπορέσεις να μείνεις ψηλά, πώς το διαχειρίζεσαι. Αυτά μ’ απασχολούν. Γιατί την
εκπαίδευση μου την έχω κάνει, την εμπειρία μου την έχω μαζέψει. Το θέμα είναι
τώρα η διαχείριση όλων αυτών.
Φοβηθήκατε ότι κάπου χάσατε η μπάλα;
Όχι. Γιατί όλα αυτά έγιναν στα 43 μου, δεν ήμουν άβγαλτο παιδί. Το βραβείο
Χορν, το 2012, ήταν πιο επικίνδυνο. Πιο πολύ άγχος είχα τότε για το επόμενο
έργο, παρά τώρα, μετά τον «Σασμό».
Είχατε όμως πίστη στον εαυτό σας. Φύγατε απ’ το Επί Κολωνώ, φτιάξατε το
δικό σας θέατρο…
Η αλήθεια είναι ότι πίστευα πολύ σε μένα για να το κάνω. Ήταν ένα άλμα στο
πουθενά, γιατί δεν είχα λεφτά. Όταν άνοιξα το θέατρο δεν είχα τίποτα.
Δανείστηκα από έναν φίλο μου 1.000€ για να του τα επιστρέψω ένα χρόνο μετά.
Τώρα δεν κάνετε θέατρο. Γιατί;
Είναι συνειδητό. Υπάρχουν κύκλοι που ανοίγουν και κύκλοι που κλείνουν.
Έζησα πολύ τον κύκλο του θεάτρου: Έπαιζα σε δύο παραστάσεις, ταυτόχρονα έκανα
πρόβες, δούλευα επτά μέρες τη βδομάδα. Έχοντας το θέατρο, σκηνοθετούσα, έπαιζα,
έτρεχα όλη τη δουλειά. Τώρα άνοιξε ένας άλλος κύκλος που ήταν πάντα μια μεγάλη
μου αγάπη, το κινηματογραφικό παίξιμο, η κάμερα. Εκεί καλείσαι να παίξεις χωρίς
πρόβες, εκείνη τη στιγμή, όλα ή τίποτα. Και με το που το κάνεις ξέρεις ότι θα
το δει όλη η Ελλάδα, ότι θα εκτεθείς. Είναι αυτή η αδρεναλίνη του
κινηματογραφικού παιξίματος, η επικινδυνότητά του…
Ενώ στο θέατρο, νομίζω, ότι συχνά οι ηθοποιοί νιώθουν την ασφάλεια της
πρόβας και δεν παίζουν. Και μετά συνηθίζουν, και δεν παίζουν ούτε στην
παράσταση.
«Έχω ζήσει και μ’ ένα κομμάτι ψωμί, κυριολεκτικά».
Άρα, δεν θα επιστρέψετε σύντομα;
Μέχρι να μου συμβεί κάτι κοσμογονικό, όχι.
Θεατρικά απωθημένα δεν έχετε;
Είχα παλιότερα, όχι πια. Να παίξω δηλαδή τον Άμλετ, τον Οιδίποδα; Ναι,
πιστεύω ότι θα το κάνω κάποια στιγμή.
«Πιστεύω ότι δεν έχω κάτι άλλο ν’ αποδείξω, μετά από δύο
θέατρα, τόσες παραστάσεις. Τι άλλο ν’ αποδείξω στο θέατρο, στον κόσμο του
θεάτρου;».
Αν σας καλούσε ένας σκηνοθέτης για τον Οιδίποδα;
Στην Επίδαυρο; Ναι, εννοείται. Η Επίδαυρος είναι πάντα ένας έρωτας για τον
ηθοποιό. Θα μ’ άρεσε και για ν’ αντιμετωπίσω πολύ κόσμο. Πιο εύκολα θα το έκανα
με το Εθνικό, που μπορώ να διαχειριστώ και χρονικά αυτό που μου συμβαίνει τώρα,
με τα καθημερινά 12ωρα γυρίσματα.
Οι απολαβές είναι διαφορετικές στην τηλεόραση. Έχω ζήσει και μ’ ένα κομμάτι
ψωμί, κυριολεκτικά. Ήταν μια καλή εκπαίδευση, αλλά γιατί να χρειάζεται να
γυρίσω εκεί -μόνο αν υπάρχει ανάγκη. Εμένα μ’ αρέσει που αυτό που κάνω
εκτιμάται και οικονομικά. Δεν είναι βέβαια όπως οι συνάδελφοί μου στο
εξωτερικό.
Πιστεύετε σ’ αυτό που λένε ότι τον ηθοποιό τον κάνει το θέατρο και όχι η
τηλεόραση;
Πιστεύω ότι δεν έχω κάτι άλλο ν’ αποδείξω, μετά από δύο θέατρα, τόσες
παραστάσεις. Τι άλλο ν’ αποδείξω στο θέατρο, στον κόσμο του θεάτρου;
Νιώσατε την καχυποψία ότι «βολευτήκατε»;
Ως πρωταγωνιστής στην τηλεόραση που βγάζει και λεφτά; Και είναι κακό να
βγάζει κανείς λεφτά; Στην Ελλάδα -γιατί οπουδήποτε αλλού όλοι λένε πόσα
παίρνουν. Δεν θα ’θελα να πω ότι το ένιωσα αυτό, απλά το έχω δει να συμβαίνει.
«Αν θέλει κάποιος να γίνει πρωταγωνιστής, πρέπει και να είναι».
Με τον εαυτό σας τα πάτε καλά;
Δεν έχω προδώσει ποτέ τον εαυτό μου για τα λεφτά. Ίσα-ίσα. Μετά απ’ όλη
αυτή την εκπαίδευση πάνω στον ρεαλισμό που έκανα στο θέατρο, μπόρεσα να
μεταφέρω στην τηλεόραση ένα τρόπο παιξίματος που με αντιπροσωπεύει και δίνει κι
ένα στίγμα. Διότι όλες οι παραγωγές στις οποίες έχω συμμετάσχει είναι από ένα
επίπεδο και πάνω.
Σας είδαν ανταγωνιστικά;
Όχι. Νομίζω ότι όταν είσαι πραγματικά επιτυχημένος, γιατί το αξίζεις, όλοι
συστρατεύονται. Δεν μπορούν να γίνουν όλοι Λάλος, όπως κι εγώ δεν μπορώ να γίνω
κάποιος άλλος. Τώρα, αν για κάποιο λόγο το όνομά μου βρίσκεται στο στόμα
κάποιων ως παράδειγμα για το πόσα παίρνω, πώς παίζω ή σε ποια παραγωγή
βρίσκομαι, εντάξει. Πριν από εμένα ήταν κάποιος άλλος. Τώρα είμαι εγώ, μετά ο
επόμενος.
Σκυτάλη είναι. Απλά τυχαίνει να την κρατάω εγώ για λίγο καιρό αυτή τη
στιγμή και μετά θα τη δώσω. Μακάρι να φτάσω στην ηλικία του Ντε Νίρο ή του
Πατσίνο, που είναι πρωταγωνιστές, και να είμαι κι εγώ. Αυτό είναι το καλύτερο
κι αυτό προσπαθώ να χτίσω τώρα με την έννοια ότι θέλω να είμαι πολύ
επαγγελματίας στη δουλειά μου.
Γιατί ένας πρωταγωνιστής δεν είναι πρωταγωνιστής μόνο στα χαρτιά, πρέπει να
είναι και στο σετ. Να φέρνει το αποτέλεσμα που πρέπει να φέρει, να τραβάει την
ομάδα, να εμπνέει. Άρα αν θέλει κάποιος να γίνει πρωταγωνιστής πρέπει και να
είναι.
Παίζει ρόλο και ο χαρακτήρας, φαντάζομαι, η προσωπικότητα;
Φυσικά. Πρέπει να μπορείς να τραβήξεις το καράβι. Και όταν η ομάδα δεν
μπορεί, εσύ να δώσεις το παραπάνω. Αν είσαι γκρινιάρης, δεν μπορείς να είσαι
πρωταγωνιστής. Αν υποχωρείς πολύ, πάλι δεν μπορείς. Μαθαίνω τώρα στη σειρά
ιππασία και σκέφτομαι ότι είναι σαν το χαλινάρι. Δεν μπορείς να τραβήξεις το
άλογο πολύ γιατί θα σταματήσει ούτε μπορείς να το αφήσεις ελεύθερο γιατί δεν
ξέρει πού να πάει. Και η ελάχιστη απόκλιση έχει σημασία -είναι κι αυτό ένα
ταλέντο.
Η δημοσιότητα συνδυάστηκε και με τα προσωπικά σας…
Ευτυχώς, όχι πάρα πολύ.
Μπήκατε όμως σ’ αυτό το παιχνίδι;
Νομίζω ότι δεν μπορείς να το αποφύγεις. Όταν ο κόσμος σε γνωρίζει θέλει να
ξέρει και για τα προσωπικά σου. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο σε μένα, ούτε μόνο στην
Ελλάδα.
Εγώ δεν μίλησα για τα προσωπικά μου. Δεν μπήκα στη διαδικασία να διαψεύσω
ούτε ήταν κάτι που έκρυψα. Άλλωστε δεν είμαι ένας άνθρωπος που αναλώνεται σε
διάφορες σχέσεις. Δεν πάω από εδώ και από εκεί. Δεν είμαι γενικά ένας άστατος
τύπος. Απλώς έτυχε να τελειώσω ένα γάμο και να ξεκινήσω μια άλλη σχέση την
οποία ακόμα διατηρώ. Στη ζωή μου κάνω μεγάλες σχέσεις, ουσιαστικές, και όχι για
να δημιουργώ εντυπώσεις.
Σας ενόχλησε όλο αυτό;
Μερικές φορές. Όταν έγινε λίγο πιο πολύ, λες «εντάξει, ρε παιδιά,
ασχοληθείτε και με κάτι άλλο». Αλλά δεν μίλησα για να μην ανοίξω καινούργιο
κύκλο. Πρέπει ν’ αφήσεις το νερό να ησυχάσει, όχι να το ανακατέβεις.
Περιμένατε τόσο μεγάλες ανατροπές στη ζωή σας;
Είμαι ένας ήσυχος τύπος γενικά. Έχω όμως δικαίωμα να χωρίσω όπως ο καθένας.
Δεν σημαίνει ότι επειδή είμαι δημόσιο πρόσωπο δεν έχω το δικαίωμα. Έχω δικαίωμα
να χωρίσω όσες φορές θέλω. Δεν έχω να δώσω λόγο σε κανέναν. Δεν μπορώ να
λειτουργώ με τον τρόπο που μπορεί να με θέλουν οι άλλοι. Το θέμα είναι να μην
χάσεις τον εαυτό σου. Ο κόσμος την αγάπη του την δείχνει έτσι κι αλλιώς,
ασχέτως των προσωπικών σου.
Φέτος επιλέξατε συνειδητά να είστε και τηλεοπτικό ζευγάρι με την Μαριλίτα
Λαμπροπούλου;
Ναι. Το συζητούσαμε. Μετά τον «Σασμό», που είχαμε μια πολλή δυνατή χημεία,
ανέλαβε ο καθένας τη σειρά του -η Μαριλίτα τα «Παιχνίδια εκδίκησης», εγώ τον
«Τιμωρό», πρωταγωνιστές και οι δύο, σε μια σειρά ο καθένας πάνω του. Και τώρα
ξαναβρεθήκαμε ως πρωταγωνιστές στη δικιά μας. Ήταν κάτι που το θέλαμε γιατί
είναι ωραία σε μια δουλειά που σ’ απασχολεί πολλές ώρες να βλέπεσαι και με τον
άνθρωπο με τον οποίο έχεις επιλέξει να ’σαι στη ζωή. Να μην τον βλέπεις μια στα
τόσα. Να ’σαι εκεί, να μοιράζεσαι τα προβλήματα, τις χαρές, τα αστεία.
«”Μια νύχτα μόνο;”, εγώ θα’ θελα να είναι για πάντα, όλα ή τίποτα».
Οπότε άφησα κάποιες άλλες προτάσεις, όπως το να παίξω τον «Δικαστή», μια πάρα πολύ ωραία σειρά που παίζει τώρα ο
Μαρκουλάκης και είναι εξαιρετικός.
Ταυτόχρονα ήρθε η ιδέα, η πρόταση του Καραγιάννη για το «Μια νύχτα μόνο»,
ζευγάρι με την Μαριλίτα. Συζητούσαμε με τον Καραγιάννη πως μπορούμε να
χρησιμοποιήσουμε αυτή τη δυναμική των δύο μας. Και είμαι πολύ ικανοποιημένος
τελικά που ήταν αυτή η επιλογή. Και που είμαστε μαζί με τη Μαριλίτα, την ομάδα,
το κανάλι -μ’ αρέσει αυτή η οικογένεια.
Ο ρόλος του πατέρα δοκιμάστηκε;
Είμαι πάντα πολύ κοντά με την κόρη μου. Νομίζω ότι η ουσιαστική, βαθιά,
έννοια του πατέρα, η σχέση μου με το παιδί μου είναι κάτι το ακλόνητο μέσα μου,
δεν μπορεί να το αγγίξει τίποτα. Σαν να βρίσκεσαι στο μάτι του κυκλώνα,
γύρω-γύρω να γίνεται χαμός, κι εκεί μέσα να ’χει ησυχία. Και την βίωσα αυτή την
ησυχία στη σχέση μου με το παιδί.
Βεβαίως, όταν υπάρχει ένα διαζύγιο, ο χρόνος που μοιράζεται -πότε βλέπεις
το παιδί, πότε δεν το βλέπεις, κάπως διαταράσσεται. Και είναι αλήθεια ότι σου
κοστίζει αυτή η αλλαγή, όταν από εκεί που ’βλεπες το παιδί σου κάθε μέρα,
αρχίζεις να μην το βλέπεις κάθε μέρα… Γιατί εγώ ήμουν πολύ ενεργός -όπως λέω
χαρακτηριστικά, ήξερα την κάθε λερωμένη πάνα της κόρης μου απ’ έξω… Αλλά πιο
πολύ σου κοστίζει γιατί δεν ξέρεις πόσο κοστίζει στο παιδί. Και αναρωτιέσαι.
Είναι πράγματα που ίσως μετά από χρόνια καταλάβω περισσότερα. Όσο μεγαλώνει το
παιδί καταλαβαίνει κι εκείνο πιο πολλά.
Θα επιλέγατε στη ζωή «Μια νύχτα μόνο»;
Δεν νομίζω. Αν εγώ ήθελα μια γυναίκα, δεν θα το ρίσκαρα για μια νύχτα μόνο.
Θα ’θελα να είναι για πάντα. Όλα ή τίποτα.
Ξέρουμε πότε, πώς, ξεκινάνε οι μεγάλοι έρωτες;
Όχι. Πολλές φορές μπορεί να νομίζεις ότι αυτός είναι ο μεγάλος έρωτας, και
τελικά να μην είναι.
Και το μαθαίνεις στον επόμενο;
Η πρώτη ζαριά του ατζαμή, η δεύτερη του παίκτη. Γι’ αυτό θέλει καλούς
φίλους που θα σε αντιμετωπίσουν στα ίσια, που δεν θα σου χαϊδέψουν τ’ αφτιά.
Αλλά πρέπει να ’σαι κι εσύ ανοιχτός για να δημιουργήσεις γύρω σου έναν κύκλο ανθρώπων, που ν’ αντέχουν
στο χρόνο -το πιο σημαντικό. Κλείνοντας έναν κύκλο και ανοίγοντας έναν άλλον,
βλέπεις τελικά ποιοι είναι μαζί σου πραγματικά και ποιοι όχι.
Χάσατε ανθρώπους;
Έχασα κάποιους, κέρδισα κάποιους άλλους. Αλλά το έχασα είναι λίγο σχετικό.
Άμα δεν ήταν μαζί σου, μάλλον δεν τους έχασες -δεν τους είχες. Ουδείς
ασφαλέστερος εχθρός του αχάριστου ευεργετηθέντος. Διότι όταν έχεις ευεργετήσει
κάποιον και νιώθει υπό, μόλις έρθει η ώρα να πέσεις, θα σε πατήσει για να μην
σου χρωστάει πια. Υπάρχουν όμως και ευγνώμονες ευεργετηθέντες.
Η οικογένειά σας παραμένει στη Γερμανία;
Ναι, αν και οι γονείς μου επιστρέφουν σιγά-σιγά. Θέλουν να βλέπουν περισσότερο την εγγονή τους. Οι γονείς μου με υποστή
ριξαν πάρα πολύ, σε ό,τι
έκανα. Ένας απ’ τους λόγους που ένιωθα αυτή την ασφάλεια είναι και το πως με
μεγάλωσαν -να νιώθω δυνατός με τον εαυτό μου. Δώσανε πολλά για μένα και κατά
κάποιο τρόπο θέλω να τους δώσω κι εγώ με τη σειρά μου. Και τώρα μπορώ να τους
στηρίξω, γιατί είμαι εδώ -να μην ανησυχούν.
Θα κατεβαίνατε για κάτι στους δρόμους;
Έχω κατέβει, πρόσφατα για τα Τέμπη. Απλά επειδή είμαι και ρεαλιστής, θέλω
όλα αυτά να ’χουν και ένα αποτέλεσμα. Έχει γίνει λίγο συνήθεια να κατεβαίνουμε
για κάτι, μετά να γυρίζουμε σπίτι και να βλέπουμε Netflix. Αν είναι να κάνουμε απεργία, πρέπει να είναι διαρκείας, για ν’ αλλάξει
κάτι πραγματικά.
Γιατί εγώ πιστεύω στη δημοκρατία, έστω κι έτσι όπως εκφράζεται αυτή τη
στιγμή -κάποιοι λένε ότι δεν έχουμε. Για πήγαινε σε άλλα κράτη που πράγματι δεν
έχουν δημοκρατία να δεις ότι δεν μπορείς να πεις ούτε αυτά που λέμε εμείς τώρα
εδώ. Είναι γεγονός είναι ότι δεν έχουμε αξιοκρατία και ότι υπάρχει αυτό το
πελατειακό κράτος. Έχουμε τους νόμους, έχουμε τους πολίτες που παρανομούν κι
έχουμε και το πολιτικό σύστημα που τους προστατεύει: Σου λέει ο άλλος, καν’ το
αυτό, απαγορεύεται, αλλά είμαι εγώ εδώ να σε προστατέψω. Αν δεν μας προστάτευε
κανείς απ’τον νόμο, γιατί νόμοι υπάρχουν, τότε όλοι θα τους υπακούγαμε.
Βλέπεις ότι τώρα ψηφίζουν οι υπουργοί της κυβέρνησης αν είναι κάποιος αθώος
ή όχι. Όπως είπε και ο Άδωνις «εμείς θ’ αποφασίσουμε αν είναι αθώος, όχι ο
νόμος». Παλιά κρατούσαν τα προσχήματα.
Αλλάξαμε;
Αναρωτιέμαι αν αλλάξαμε μετά τον κορονοϊό. Ο κορονοϊός σόκαρε την
ανθρωπότητα. Σαν να νιώσαμε όλοι ότι το βαρέλι που γεμίζαμε τόσο καιρό είναι
άπατο και την πατήσαμε. Ίσως και γιατί ήρθαμε αντιμέτωποι με τον θάνατο,
αδιάκριτα. Αλλά αυτό που κυρίως τώρα έρχεται και αλλάζει τον κόσμο είναι η
τεχνητή νοημοσύνη.
Ασχολείστε;
Πολύ. Συζητάω με το chat… Είναι ένα φοβερό εργαλείο, ένας τρομερός φίλος. Δεν νομίζω ότι υπάρχει
τομέας που να μην είναι χρήσιμο. Όλοι εμείς είμαστε γεννημένοι την προηγούμενη
χιλιετία, το 1900. Πρέπει όμως να νιώσουμε ότι ανήκουμε σ’ αυτή τη χιλιετία.
Μόνον έτσι θ’ ανοίξεις ξανά τα μάτια σου με διαφορετικό τρόπο. Αλλιώς θα κοιτάς
συνέχεια πίσω.
Η υστεροφημία σας απασχολεί;
Παλιότερα καθόλου. Τελευταία σκέφτομαι την έννοια της ανυπαρξίας. Όλα αυτά
για τα οποία αγωνιζόμαστε, μαχόμαστε, θα περάσουν μετά στην ανυπαρξία; Τι νόημα
έχει; Αξίζει τον κόπο; Αλλά μετά τα ξεχνάς. Όπως λέει κι ο Καζαντζάκης «μια
αστραπή η ζωή, μα προλαβαίνουμε».
Όποιος δεν έχει δυνατή προσωπικότητα μπορεί να παραλύσει μ’ αυτές τις
σκέψεις. Γι’ αυτό και είναι σημαντικά τα παιδιά, είτε έχεις είτε όχι. Να
μεγαλώνεις ανθρώπους, να τους στηρίζεις, κάπως σε παρηγορεί ν’ αφήσεις μια
σκέψη, ένα πιστεύω σου, να μην τελειώσει έτσι όλο αυτό.
Φωτό: Μενέλαος Μυρίλλας
TO BHMA

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου