Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου, 2025
Πώς η υπερδόμηση μετέτρεψε τα αστικά κέντρα της χώρας σε θερμικές νησίδες -
Τι δείχνουν τα στοιχεία του 2ου μέρους της μελέτης του ΕΚΠΑ
Αν κάτι είναι μοναδικό στις ελληνικές πόλεις, είναι ο παράδοξος τρόπος ανάπτυξής
τους. Πρώτα επεκτείνονται άναρχα – άλλοτε νομίμως κάνοντας λάστιχο τους όρους
δόμησης, άλλοτε εντελώς αυθαίρετα – κι έπειτα έρχεται το κράτος να κόψει και να
ράψει προσαρμόζοντας τον πολεοδομικό και χωροταξικό σχεδιασμό του σε παγιωμένες
καταστάσεις. Πώς γίνεται στην υπόλοιπη Ευρώπη; Καμία σχέση.
Οι κανόνες και η λογική απουσιάζουν από την ανάπτυξη των μεγάλων αστικών
κέντρων της χώρας που ήδη βιώνουν τις συνέπειες. Οπως συνέβη φέτος στην Πάτρα, με τη μεγάλη πυρκαγιά που κατέκαψε τα
προάστιά της.
Αλλωστε η αχαϊκή πρωτεύουσα από το 1985 κι έπειτα «ξεχείλωσε» κατά 103,5%,
κυρίως προς τα ανατολικά, με συνέπεια να φτάσουν τα κτίρια δίπλα σε δασικές
εκτάσεις.
Η Πάτρα το 1985
Ο αστικός ιστός επεκτάθηκε προς τα ανατολικά και «ακούμπησε» δασικές
εκτάσεις. Η πόλη διπλασιάστηκε σε έκταση (αύξηση 103,5%) μέσα σε τέσσερις
δεκαετίες, με την αλλαγή να αποτυπώνεται με κόκκινο στους δύο χάρτες τού 1985
(πάνω) και του 2022 (κάτω)
Η Πάτρα το 2022
Οι περιαστικές περιοχές των ελληνικών πόλεων, μέσα στις τελευταίες τέσσερις
δεκαετίες έγιναν αστικές και συχνά πυκνοδομημένες, στο όνομα του δικαιώματος
για «ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μου».
Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία του 2ου μέρους της μελέτης του Εθνικού και
Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) αναφορικά με τη σύνδεση της κατάστασης του θερμικού περιβάλλοντος σε
επιλεγμένες πόλεις στην Ελλάδα με την αύξηση των δομημένων επιφανειών στο
διάστημα 1985-2022 (το πρώτο μέρος για την Αττική είχε παρουσιαστεί στο «Βήμα» στις 27 Ιουλίου).
Για παράδειγμα, η δομημένη επιφάνεια στα Γιάννενα είναι σήμερα περίπου δύο
φορές μεγαλύτερη από ό,τι τέσσερις δεκαετίες πριν (αύξηση 188,5%), ενώ άλλες
πόλεις, όπως η Καλαμάτα, η Λαμία και η Πάτρα, υπερδιπλασιάστηκαν.
«Χωρίς έναν επαναπροσδιορισμό του τρόπου που οι πόλεις σχεδιάζονται και λειτουργούν, κινδυνεύουν να γίνουν περισσότερο ευάλωτες και λιγότερο βιώσιμες, επηρεάζοντας όχι μόνο την ποιότητα ζωής αλλά και την ίδια τη δυνατότητα προσαρμογής τους στις μελλοντικές προκλήσεις».
Αυξημένα ποσοστά αστικής ανάπτυξης επίσης καταγράφονται σε Λάρισα (77,2%)
και Κατερίνη (66,4%). Σε άλλες πόλεις, όπως η Θεσσαλονίκη, η Αλεξανδρούπολη, ο
Βόλος και το Ηράκλειο, το ποσοστό αύξησης του τσιμέντου φτάνει ή ξεπερνά το
50%, ποσοστό που παραμένει όμως σχετικά υψηλό σε σύγκριση με αντίστοιχες πόλεις
στο εξωτερικό. Συνέπεια;
Η υπερδόμηση – σε έκταση και σε πυκνότητα – τις καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτες
στις υψηλές θερμοκρασίες και στους
καύσωνες που φέρνει η κλιματική κρίση.
Τα Ιωάννινα το 1985
Η δομημένη επιφάνεια είναι σήμερα περίπου δύο φορές μεγαλύτερη από ό,τι
τέσσερις δεκαετίες πριν (αύξηση 188,5%). Η επέλαση του τσιμέντου καταγράφεται
κυρίως προς την περιοχή του Πανεπιστημίου
Τα Ιωάννινα το
2022
Υπερδόμηση και
θερμικές συνέπειες
«Η υπερβολική δόμηση που καταγράφεται σε πολλές πόλεις στην Ελλάδα
οδήγησε σε πυκνά και υψηλά κτίρια, συχνά δε σε στενούς δρόμους (γεγονός που
περιορίζει τον φυσικό αερισμό μίας πόλης) αλλά και σε περιορισμένους ελεύθερους
χώρους» αναφέρει ο καθηγητής Φυσικής Περιβάλλοντος και Κλίματος του ΕΚΠΑ
και μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ενωσης για την Κλιματική
Αλλαγή Κωνσταντίνος Καρτάλης.
Παράλληλα, όπως επισημαίνει ο καθηγητής, «η έλλειψη πάρκων και η
αντικατάσταση φυσικών επιφανειών από μπετόν και άσφαλτο δημιούργησαν συνθήκες
που επιδεινώνουν το θερμικό περιβάλλον, καθώς οι νέες κατασκευές απορροφούν και
αποθηκεύουν θερμότητα, αλλά και τη μεταφέρουν στον περιβάλλοντα χώρο τους,
εντείνοντας το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας».
Κοινός τόπος σε όλες τις πόλεις που εξετάστηκαν στη μελέτη για τη μεταβολή
των δομημένων επιφανειών (με χρήση δορυφορικών εικόνων landsat και χωρική ανάλυση 30 μέτρων), σύμφωνα με τον ερευνητή στο ΕΚΠΑ δρα Κώστα Φιλιππόπουλο είναι η αυξητική τάση της μέσης ετήσιας θερμοκρασίας αέρα από το 1985 κι
έπειτα αλλά και η εμφάνιση θερμοκρασιακών ανωμαλιών.
Αυτές οι ανωμαλίες, όπως εξηγεί ο επιστήμονας, αφορούν υψηλότερες τιμές
θερμοκρασίας αέρα τους θερινούς μήνες, κυρίως από το 2000 και μετά, σε σχέση με
τον κλιματικό μέσο όρο κατά την τριακονταετία 1980-2010.
Για παράδειγμα, κατά τον μήνα Αύγουστο διαπιστώνονται θερμοκρασιακές
ανωμαλίες που φθάνουν ή και ξεπερνούν τους 2 βαθμούς Κελσίου, με τις υψηλότερες
τιμές να σημειώνονται κατά την τελευταία δεκαετία, δηλαδή το διάστημα από το
2015 έως σήμερα.
«Η θερμική επιβάρυνση περιορίζεται σε πόλεις που είναι παράκτιες λόγω
της ευεργετικής επίδρασης της θαλάσσιας αύρας, αν και σε ορισμένες πόλεις (λ.χ.
η Θεσσαλονίκη, ο Βόλος, η Πάτρα) η κατασκευή πολυώροφων κτιρίων κατά μήκος της
παράκτιας ζώνης τους περιορίζει σε κάποιον βαθμό τη διείσδυση της θαλάσσιας
αύρας στο εσωτερικό τους. Ουσιαστικά, οι αυξανόμενες τιμές της μέσης ετήσιας
θερμοκρασίας καθώς και εκείνες που αναφέρονται στις θερμοκρασιακές ανωμαλίες
αποτυπώνουν τις επιπτώσεις τόσο της αστικής δόμησης στο θερμικό περιβάλλον μίας
πόλης όσο και της κλιματικής αλλαγής που, όπως είναι γνωστό, εξελίσσεται
ταχύτερα στη Μεσόγειο σε σύγκριση με άλλες περιοχές του πλανήτη» τονίζει ο
κ. Φιλιππόπουλος.
Σε αρκετές από τις πόλεις που μελετήθηκαν από την επιστημονική ομάδα του
Πανεπιστημίου Αθηνών, όπως στη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα, τη Λάρισα και τον Βόλο,
εντοπίζεται η παρουσία αστικής θερμικής νησίδας μέτριας ή και ισχυρής έντασης
(από 1,5 βαθμούς Κελσίου έως και 3 βαθμούς Κελσίου), γεγονός που, σύμφωνα με
τον κ. Καρτάλη, σημαίνει ότι οι κεντρικές περιοχές των συγκεκριμένων πόλεων
έχουν συστηματικά υψηλότερες τιμές θερμοκρασίας αέρα – ειδικότερα κατά τις
νυκτερινές ώρες – σε σύγκριση με τις αντίστοιχες τιμές θερμοκρασίας αέρα σε
υπαίθριες περιοχές.
Οταν η θερμοκρασία δεν πέφτει τη νύχτα, όπως συμβαίνει σε αγροτικές
περιοχές, η θερμική καταπόνηση για τον ανθρώπινο οργανισμό είναι μεγαλύτερη.
Μελέτη που έγινε στη Γερμανία, αναλύοντας δεδομένα της τελευταίας
δεκαπενταετίας, διαπίστωσε αυξημένο αριθμό εγκεφαλικών επεισοδίων λόγω υψηλών
νυχτερινών θερμοκρασιών.
Η αστική θερμική νησίδα αποτελεί ένα μέτρο θερμικής επιβάρυνσης μιας πόλης
εξαιτίας των δομημένων επιφανειών, των κατασκευαστικών υλικών και της παραγωγής
θερμότητας από ανθρωπογενείς δραστηριότητες (π.χ. κατανάλωση ενέργειας στα
κτίρια, κυκλοφορία οχημάτων κ.ά.). Και όπως καταδεικνύει η μελέτη του ΕΚΠΑ, δεν
αποτελεί «προνόμιο» μόνο της ελληνικής πρωτεύουσας.
Επέλαση του
τσιμέντου στη Θεσσαλονίκη
Ενδοαστικές θερμικές νησίδες διαπιστώνονται και στη Θεσσαλονίκη, δηλαδή
αστικές ενότητες εντός της πόλης στις οποίες καταγράφονται συστηματικά
υψηλότερες θερμοκρασίες αέρα και επιφανείας σε σύγκριση με τις γειτονικές
αστικές ενότητες.
Η Θεσσαλονίκη το
1985
«Ξεχείλωμα» προς όλες τις κατευθύνσεις διαπιστώνεται στο πολεοδομικό
συγκρότημα Θεσσαλονίκης, αν και είναι εμφανέστερο προς τα δυτικά και τα
νοτιοανατολικά. Το τσιμέντο αυξήθηκε κατά 54,8% το διάστημα 1985-2022 (με
κόκκινο χρώμα η μεταβολή των δομημένων επιφανειών)
Η Θεσσαλονίκη το
2022
Οι αιτίες, σύμφωνα με τον καθηγητή του ΕΚΠΑ, είναι τρεις: το μέγεθος της
πόλης, τα ειδικότερα πολεοδομικά χαρακτηριστικά της (λ.χ. πυκνότητα δόμησης,
ύψος κτιρίων κ.ά.) και η έλλειψη πρασίνου και ελεύθερων χώρων.
Ως προς τις τάσεις αστικής ανάπτυξης, στο ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα
της Θεσσαλονίκης (Δήμοι Θεσσαλονίκης, Κορδελιού-Ευόσμου, Αμπελοκήπων-Μενεμένης,
Νεάπολης-Συκεών, Καλαμαριάς και Πυλαίας) καταγράφεται σημαντική επέκταση του
αστικού ιστού της κατά 54,8% προς όλες τις κατευθύνσεις, αν και το ξεχείλωμα
είναι εμφανέστερο προς τα δυτικά (με αποτέλεσμα την επιδείνωση των
κυκλοφοριακών συνθηκών) και προς τα νοτιοανατολικά.
Τοπικές ιδιαιτερότητες και πόλεις-«αστερίες»
Στην Πάτρα, με την αστική επέκταση προς τα ανατολικά, η πόλη έφτασε κοντά
σε δασικές εκτάσεις. Εντυπωσιακή είναι η αύξηση των δομημένων επιφανειών και
στα Ιωάννινα, ιδίως προς την περιοχή του Πανεπιστημίου. Στην Καλαμάτα το
τσιμέντο καταλαμβάνει πλέον υπερδιπλάσια έκταση, αν και παραδόξως επεκτάθηκε
κυρίως προς την ενδοχώρα και όχι κατά μήκος της παράκτιας ζώνης, όπως είθισται.
Το ίδιο και το Ηράκλειο της Κρήτης, όπου η δόμηση στράφηκε κυρίως προς τη νότια
πλευρά της πόλης.
Η Καλαμάτα το
1985
Το τσιμέντο καταλαμβάνει πλέον υπερδιπλάσια έκταση (αύξηση 110,1% το
διάστημα 1985-2022). Παραδόξως η πόλη επεκτάθηκε κυρίως προς την ενδοχώρα και
όχι κατά μήκος της παράκτιας ζώνης, όπως είθισται
Η Καλαμάτα το
2022
Αντιθέτως, ο Βόλος εξαπλώνεται ανατολικά ακολουθώντας τη γραμμή των
παραλίων του Παγασητικού κόλπου. Ωστόσο, κυρίως επεκτείνεται προς την
περιφερειακό οδό της πόλης την οποία και ξεπερνά αλλά και προς τις παρυφές του
Πηλίου, αν και σε περιορισμένο βαθμό. Οσο για τη Λάρισα και την Κατερίνη,
πρόκειται για δύο πόλεις που αναπτύχθηκαν ακτινωτά, προς όλες τις κατευθύνσεις
ενσωματώνοντας και γειτονικούς οικισμούς. Χαρακτηριστική είναι η χαρτογραφική
αποτύπωσή τους που θυμίζει αστερία.
Παράλληλα, η επεξεργασία των στοιχείων από τους ερευνητές του ΕΚΠΑ
κατέδειξε ότι όλες οι πόλεις σήκωσαν… μπόι. Με απλά λόγια, οι μονοκατοικίες
γκρεμίζονται και δίνουν τη θέση τους σε πολυκατοικίες, γεγονός που δεν
αλλοιώνει μόνο τη φυσιογνωμία τους αλλά παράλληλα επιδεινώνει και τις
μικροκλιματικές συνθήκες των αστικών κέντρων.
Λανθασμένη «συνταγή» ανάπτυξης
«Η ανάπτυξη των περιφερειακών πόλεων στην Ελλάδα τα τελευταία 35 χρόνια
υπήρξε καθοριστική για τη διαμόρφωση του αστικού τους ιστού και της
κοινωνικο-οικονομικής τους δυναμικής. Ωστόσο, με περιορισμένες εξαιρέσεις
πόλεων, η συνταγή ήταν λάθος» επισημαίνει ο κ. Καρτάλης.
Σύμφωνα με τον καθηγητή, η υπερβολική δόμηση, οι μεγάλοι όγκοι κτιρίων
ακόμα και σε στενούς δρόμους ή σε παράκτια μέτωπα, οι περιορισμένοι πράσινοι
χώροι και η έλλειψη ολοκληρωμένου πολεοδομικού σχεδιασμού έχουν υποβαθμίσει το
μικροκλίμα στις πόλεις και τις έχουν καταστήσει ιδιαίτερα ευάλωτες απέναντι
στις υψηλές θερμοκρασίες και τους καύσωνες με σοβαρές συνέπειες για τη δημόσια
υγεία και την ποιότητα ζωής.
«Υπό αυτό το πρίσμα προκαλεί εντύπωση η επιμονή του τεχνικού κόσμου για
μεγαλύτερο όγκο κτιρίων. Η μελέτη του Πανεπιστημίου Αθηνών αναδεικνύει την
ανάγκη για την ουσιαστική σύνδεση της αστικής ανάπτυξης με περιβαλλοντικές και
κλιματικές παραμέτρους. Αναδεικνύει επίσης την ανάγκη για την εκπόνηση – κατά
προτεραιότητα – σχεδίων προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή καθώς οι πόλεις δεν
μπορούν να αγνοούν πλέον τις συνέπειές της» αναφέρει ο κ. Καρτάλης. Και
καταλήγει: «Χωρίς έναν επαναπροσδιορισμό του τρόπου που οι πόλεις
σχεδιάζονται και λειτουργούν, κινδυνεύουν να γίνουν περισσότερο ευάλωτες και
λιγότερο βιώσιμες, επηρεάζοντας όχι μόνο την ποιότητα ζωής αλλά και την ίδια τη
δυνατότητα προσαρμογής τους στις μελλοντικές προκλήσεις».
Η ακτινογραφία των κτιρίων
Σύμφωνα με την απογραφή των κτιρίων της χώρας που έγινε το 2021 και δημοσίευσε προ ημερών η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), από το σύνολο των 4.285.084 περίπου τα 1,8 εκατ. χτίστηκαν από το 1985 κι έπειτα, δηλαδή άνω του 40% του κτιριακού αποθέματος. Ο σκελετός στην πλειονότητα των κτιρίων, δηλαδή στο 60,6%, είναι κατασκευασμένος από μπετόν, στο 19,2% από τούβλα και τσιμεντόλιθους, το 17% από πέτρα, στο 1,3% από μέταλλο.
ΤΟ ΒΗΜΑ

.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου