Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου, 2025
Δεν έχω συμμετάσχει ποτέ σε αντιπολεμική διαδήλωση, αλλά δεν μπορώ να
φανταστώ ότι στις διαδηλώσεις αυτές η πυκνότητα των οργισμένων πινακίδων είναι μικρότερη από ό,τι στο
καφέ της γειτονιάς μου. Προς ποιον εξαπολύεται η οργή αυτού του μικρού καφέ;
Προς όσους δουλεύουν εκεί με λάπτοπ. Το συγκεκριμένο στέκι στο κέντρο του
Μανχάταν προσελκύει από παλιά φοιτητές και εργαζομένους εκτός γραφείου,
οπλισμένους με MacBooks και μια εντυπωσιακή ικανότητα να κάνουν βιντεοκλήσεις και να ουρλιάζουν
ανερυθρίαστα.
Πριν από λίγους μήνες, όμως, η διεύθυνση του καταστήματος έφτασε στα όριά
της. Πλέον δεσπόζουν στον μικρό χώρο επτά κατακίτρινες απειλητικές πινακίδες
που θυμίζουν σήμανση για διαρροή επικίνδυνων χημικών ουσιών: «ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ! Λόγω καινούργιων αναπόφευκτων αλλαγών, δεν
επιτρέπεται πλέον στον χώρο μας η εργασία σε λάπτοπ, iPad και παρεμφερείς συσκευές. Η ανάγνωση, η ονειροπόληση και η κουβεντούλα
ενθαρρύνονται».
Ξεφύσηξα και σηκώθηκα και έφυγα αγανακτισμένος, χωρίς να κάτσω να ρωτήσω τι το αναπόφευκτο είχαν οι αλλαγές αυτές.
Μαντεύω όμως ότι όσοι δουλεύουν στο λάπτοπ τους κουτσοπίνοντας όλη μέρα
έναν άθλιο αμερικάνο σαν να είναι κάποιο σπάνιο γιαπωνέζικο ουίσκι σίγουρα δεν
είναι ό,τι καλύτερο για την επιχείρηση. Επειδή όμως είχα περάσει τα τελευταία
δύο χρόνια πληκτρολογώντας καθισμένος σε ένα γωνιακό τραπεζάκι, όπως ήταν
φυσικό, ένιωσα ότι δεχόμουν προσωπική επίθεση. Το καφέ μου με είχε πετάξει έξω
και από πάνω είχε και το θράσος να πει σε εμένα, έναν κουρασμένο millennial, να ονειροπολήσω.
Eνα εκνευριστικό είδος ανθρώπου
Η κραυγαλέα σήμανση με έκανε να αναλογιστώ την κατάστασή μου ως ανθρώπου
που δουλεύει με το λάπτοπ του σε καφέ – το μόνο είδος ανθρώπου που είναι πιο
εκνευριστικό και από εκείνους που χρησιμοποιούν τη λέξη «κομμάτι» όταν μιλάνε
για ακριβά ρολόγια. Καταστρέφουμε την ατμόσφαιρα. Σαν αδέσποτες γάτες των καφέ,
απλωνόμαστε σε κάθε επιφάνεια και ορμάμε μόλις αδειάσει μια θέση. Είμαστε
ικανοί ακόμα και να καθίσουμε πάνω από το κεφάλι αυτών που φαίνεται ότι
ετοιμάζονται να φύγουν, κάνοντας εμφανή την παρουσία μας, ώστε να μη διανοηθούν
να καθυστερήσουν.
Κανένας λογιστής δεν θα ενέκρινε αυτόν τον τρόπο ζωής. Συχνά το WiFi στα καφέ κάνει διακοπές, οπότε πρέπει να χρησιμοποιήσεις τα δεδομένα του
κινητού σου, εξαντλώντας τα σε χρόνο μηδέν. Αν δεν είσαι από αυτούς τους
τσιφούτηδες που λιβανίζουν επί ώρες έναν αμερικάνο, ξοδεύεις έναν σκασμό λεφτά
σε καφέδες – και όταν σε χτυπήσουν στα νεύρα και πρέπει να βρεις κάτι άλλο να
πάρεις για να μείνεις, μασουλάς υπερτιμημένα γλυκά που τα έχουν στη βιτρίνα από
τον καιρό του Νώε.
Παρ’ όλα αυτά, είμαι διατεθειμένος να ξοδέψω ό,τι έχω και δεν έχω
προκειμένου να έχω το προνόμιο να δουλεύω μέσα σε ένα πλήθος κόσμου που
κλαψουρίζουν σε τηλεδιασκέψεις στο Zoom και κοπανάνε τα πλήκτρα τόσο δυνατά που θα ορκιζόσουν ότι γράφουν σε
κάποια παλιά γραφομηχανή. Η φασαρία αυτή είναι σαφώς καλύτερη από ένα
διαμέρισμα ή γραφείο ήσυχο σαν δωμάτιο πανικού. Εχω ένα είδος αλλεργίας να
λειτουργήσω σαν ενήλικος που κάθεται σε ένα κανονικό γραφείο και δουλεύει
πειθαρχημένα – κάτι σαν το σύνδρομο του Πίτερ Παν στο θέμα της δουλειάς. Πρέπει
να ξεγελάσω τον εαυτό μου για να δουλέψω, γράφοντας σε μέρη όπου επικρατεί
χαλαρότητα και χάος.
Μετά το ξέσπασμα του καφέ στο οποίο πήγαινα καθημερινά, άρχισα να δοκιμάζω
άλλα σημεία στη γειτονιά. Το καφέ όπου πηγαίνεις για να δουλέψεις δεν πρέπει να
παραείναι ωραίο. Δεν πάμε εκεί για brunch. Μου αρέσουν οι τυχαίες γωνιές που με κάνουν να νιώθω σαν παλιό φωτιστικό
– που είναι πάντα εκεί, χωρίς να ενοχλεί. Είμαι διατεθειμένος να υπομείνω
κατώτερες συνθήκες προκειμένου να παραμείνω σχεδόν αόρατος. Τον περασμένο μήνα
έβγαλα τρία άρθρα καθισμένος σε ένα σαδιστικά σκληρό πάγκο που μου μούδιαζε τον
πισινό.
Το πομεράνιαν στο χιπστερομάγαζο
Τις προάλλες, καθισμένος με τα πόδια κρεμασμένα σε ένα σκαμπό του μπαρ, σε
ένα χιπστερομάγαζο, ένα πομεράνιαν ήρθε και κάθισε πάνω στην τσάντα μου.
Κοίταξα κάτω και είδα το κακομαθημένο σκυλάκι-ντίβα να ψαχουλεύει την τσάντα
μου ψάχνοντας κι εγώ δεν ξέρω τι – ένα καθρεφτάκι μήπως; «Α, απλώς κάνει βλακείες», είπε η
ιδιοκτήτριά του, τινάζοντας απαξιωτικά τον καρπό της, με τα βραχιόλια να
κουδουνίζουν. «Μην του δίνεις σημασία!» με διέταξε γελώντας, ενώ ο τριχωτός της πρίγκιπας προσπαθούσε να βολευτεί
μέσα στη θήκη του λάπτοπ μου.
Νόμιζα ότι κανένα μέρος δεν μπορεί να είναι πραγματικά φρικτό, μέχρι που
επισκέφθηκα ένα trendy μαγαζί και πλήρωσα 9 δολάρια για έναν κρύο λάτε που μου τον σέρβιραν μέσα
σε κάτι που θύμιζε σακουλάκι κολοστομίας. Με πληροφόρησαν ότι το πλαστικό
σακουλάκι με το καρφωμένο καλαμάκι ήταν φιλικό προς το περιβάλλον, αφού,
προφανώς, καμιά χελώνα δεν θα έβαζε αυτό το πράγμα στο στόμα της. Το πράγμα
έγινε και χειρότερο: Η μόνη ελεύθερη θέση ήταν μια κούνια. Η ξύλινη σανίδα
κρεμόταν από σκοινιά στη γωνία, προκαλώντας με να αποχαιρετήσω και το τελευταίο
ίχνος αξιοπρέπειάς μου. Αφού τριπλοτσέκαρα ότι δεν ήξερα κανέναν γύρω μου – και
σημείωσα στο μυαλό μου ότι δεν έπρεπε να ξανασυναντήσω ποτέ κανέναν από τους
ανθρώπους αυτούς –, αποδέχτηκα τη μοίρα μου και κάθισα στην κούνια που έτριζε
και ταλαντωνόταν ενώ εγώ ήμουν έτοιμος να φύγω προς τα πίσω.
Το καινούργιο αγαπημένο μου μέρος για να κάθομαι και να παρατηρώ τους
ανθρώπους είναι ένα σκαμπό στην άκρη του μπαρ σε ένα ψιλοκουλτουριάρικο καφέ.
Το να βλέπω αγνώστους να περνούν τον χρόνο τους μου θυμίζει ότι η δική μου
προθεσμία δεν είναι παρά μία μέσα σε ένα δισεκατομμύριο άλλες. Τι προφανές αλλά
αποτελεσματικό μέσο κατά του στρες! Εχω ήδη συμπαθήσει τους τακτικούς θαμώνες.
Ενας νεαρός γιατρός με μπλε νοσοκομειακή στολή, χοντρό Rolex και τσουλούφια σαν του Χιου Γκραντ πίνει μακιάτο. Η καλύτερή μου είναι όταν κάθεται δίπλα μου ένας τύπος με
κολλημένα μαλλιά. Ρουφάει τη μύτη του, ξεροβήχει και πληκτρολογεί με μανία,
χτυπώντας τα δάχτυλά του στον πάγκο στον ρυθμό (ελαφρώς εκτός) της μουσικής που
παίζει το καφέ. Ελπίζω να ρωτήσει τον γιατρό πώς απέκτησε το «κομμάτι» του για
να μπορέσω να τον μισήσω ακόμα περισσότερο. Παρ’ όλα αυτά, δουλεύει σχεδόν
αποκλειστικά σε ένα φύλλο στο Excel, οπότε, όσο
χάλια κι αν είναι η μέρα μου, ξέρω ότι η δική του πρέπει να είναι χειρότερη,
κάτι που με παρηγορεί πολύ.
Πρόσφατα επέστρεψα στο σκηνικό με τις πινακίδες για να δω πώς τα πήγαινε το
στέκι μου χωρίς τον διάσημο πελάτη του. Προς μεγάλη μου απογοήτευση, τα
πράγματα έδειχναν σούπερ. Ο χώρος έσφυζε από ζωηρές συζητήσεις και εμπνευσμένες
ονειροπολήσεις. Τουλάχιστον πέντε άτομα δεν ήταν κολλημένα στα κινητά τους. Η
ομιλητική barista μού είπε συνωμοτικά – διέκρινα μια νότα χαράς; – ότι είχε ακούσει ότι «και άλλα μαγαζιά στη γειτονιά» σχεδίαζαν να απαγορεύσουν τους φορητούς υπολογιστές. Ξεροκατάπια. Μετά
άρχισα να σκέφτομαι πώς μπορώ να αναμορφώσω το διαμέρισμά μου, έτσι ώστε ο
Ανθρωπος του Excel, ο Δρ Χιου Γκραντ και η Κυρία με τα Βραχιόλια και το Πανέμορφο Ανορίοτο
Πομεράνιαν να μπορούν να μαζεύονται εκεί για να με αποσπούν όποτε μια προθεσμία
πλησιάζει απειλητικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου