Σάββατο, 20 Ιουνίου, 2026
Κοινός παρονομαστής των τοποθετήσεων ήταν η εικόνα μιας αγοράς χωρίς σαφή κατεύθυνση και με έντονα σημάδια δυσλειτουργίας, όπου δεν υπάρχει ζήτηση για μεγάλο χρονικό διάστημα, η τιμή παραμένει πιεσμένη και σε πολλές περιπτώσεις δεν καλύπτει το κόστος, ενώ σημαντικές ποσότητες παραγωγής παραμένουν απούλητες στις αποθήκες.
Η πορεία της τιμής του ελαιολάδου, η κατακόρυφη μείωση της ζήτησης, το αυξανόμενο κόστος καλλιέργειας αλλά και οι αβέβαιες προοπτικές της νέας παραγωγικής χρονιάς αποτέλεσαν το βασικό αντικείμενο των τοποθετήσεων ελαιοπαραγωγών και γεωπόνων. Μέσω των δηλώσεών τους ανέδειξαν μια αγορά σε έντονη πίεση, με την τιμή να υποχωρεί σημαντικά τους τελευταίους μήνες και τη ζήτηση να παραμένει χαμηλή από τα Χριστούγεννα και μετά.
Κοινός παρονομαστής των τοποθετήσεων ήταν η εικόνα μιας αγοράς χωρίς σαφή κατεύθυνση και με έντονα σημάδια δυσλειτουργίας, όπου δεν υπάρχει ζήτηση για μεγάλο χρονικό διάστημα, η τιμή παραμένει πιεσμένη και σε πολλές περιπτώσεις δεν καλύπτει το κόστος, ενώ σημαντικές ποσότητες παραγωγής παραμένουν απούλητες στις αποθήκες.
Οι ομιλούντες ανέδειξαν ότι η αγορά λειτουργεί υπό καθεστώς αβεβαιότητας, με τους παραγωγούς να περιμένουν μάταια μια ανάκαμψη των τιμών και τελικά να βρίσκονται αντιμέτωποι με ακόμη χαμηλότερα επίπεδα. Την ίδια στιγμή, έγινε ιδιαίτερη αναφορά στις στρεβλώσεις της εμπορίας και στους μηχανισμούς πίεσης που οδηγούν σε συμπίεση των τιμών, παρά την ύπαρξη ποιοτικού προϊόντος.
Παράλληλα, επισημάνθηκε ότι το αυξημένο κόστος καλλιέργειας –σε εργατικά, καύσιμα, λιπάσματα και φυτοπροστασία– σε συνδυασμό με μειωμένες επιδοτήσεις και νέες υποχρεώσεις, δημιουργεί ασφυκτικό περιβάλλον για τους παραγωγούς, καθιστώντας την καλλιέργεια ολοένα και λιγότερο βιώσιμη.
«Η ζήτηση είναι πολύ μειωμένη»
Ο Πρόεδρος του Συλλόγου Γεωπόνων Ελευθέρων Επαγγελματιών Ν. Ηλείας Τάσος Τσάκωνας, επεσήμανε ότι «η αγορά βρίσκεται σε παρατεταμένη κάμψη, καθώς από τα Χριστούγεννα και μετά η ζήτηση έχει μειωθεί πάρα πολύ», τονίζοντας ότι «για περίπου πέντε μήνες μικρές ποσότητες φεύγουν, με την τιμή να υποχωρεί σημαντικά». Υπογράμμισε ότι «το βασικό πρόβλημα είναι πως δεν υπάρχει ζήτηση, γεγονός που κρατά στάσιμη την αγορά», ενώ αναφερόμενος στη νέα χρονιά σημείωσε ότι «οι ενδείξεις είναι πολύ-πολύ θετικές όσον αφορά την παραγωγή, καθώς έχουν δέσει οι ελιές και η εικόνα εμφανίζεται βελτιωμένη σε σχέση με πέρυσι». Ωστόσο, έθεσε κρίσιμα ερωτήματα για τη συνέχεια, επισημαίνοντας ότι «το ποιος θα το μαζέψει και σε τι τιμή θα το πουλήσουμε είναι άλλη συζήτηση», καθώς η έλλειψη εργατών και το αυξημένο κόστος δημιουργούν ασφυκτικές συνθήκες. Όπως εξήγησε, «τα μεροκάματα είναι αυξημένα, τα λιπάσματα σε πολύ υψηλή τιμή και το πετρέλαιο επίσης», ενώ πρόσθεσε ότι «τα νέα όρια στα ορυκτέλαια συνιστούν ένα τεράστιο πρόβλημα, διαμορφώνοντας συνολικά ένα περιβάλλον όχι πολύ ευνοϊκό για τους παραγωγούς».
«Αυτή τη στιγμή δεν έχει τιμή το λάδι»
Ο γεωπόνος Ιωάννης Αγαλιανός τόνισε ότι «η αγορά παραμένει σε αδιέξοδο, καθώς τουλάχιστον το 50% της περσινής παραγωγής είναι μέσα, αφού οι παραγωγοί δεν τους άρεσε η τιμή και περίμεναν μια άνοδο που δεν ήρθε ούτε το Πάσχα των Καθολικών, ούτε το ελληνικό, αλλά ούτε και το καλοκαίρι». Όπως σημείωσε «τώρα είναι αργά, με αποτέλεσμα αυτή τη στιγμή να μην έχει τιμή το λάδι». Παράλληλα, επεσήμανε ότι «ενώ το βιομηχανικό λάδι πωλείται σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές, παίρνουνε βιομηχανικό 2,40-2,60 σαν τρελοί, ενώ την ίδια στιγμή το ποιοτικό προϊόν παραμένει απούλητο», κάνοντας λόγο για «προσπάθεια της αγοράς να χρησιμοποιήσει ένα μοχλό πίεσης ώστε οι παραγωγοί να αναγκαστούν να δώσουν φθηνά». Ενδεικτικό της κατάστασης, όπως ανέφερε, είναι ότι «υπάρχουν περιπτώσεις όπου έχουν κοπεί τιμολόγια, αλλά το λάδι παραμένει ακόμα στις αποθήκες».

«Το κόστος καλλιέργειας ξεπερνάει το εισόδημα»
Ο ελαιοπαραγωγός Νίκος Αρβανίτης περιέγραψε μια ιδιαίτερα πιεστική κατάσταση για τον κλάδο. Όπως δήλωσε σχετικά, «το πρόβλημα δεν είναι μόνο η τρέχουσα τιμή, αλλά και η γενικότερη αβεβαιότητα της αγοράς, καθώς το κόστος καλλιέργειας ξεπερνάει το εισόδημα, αφήνοντας μικρά ή και καθόλου περιθώρια κέρδους για τους παραγωγούς».
Παράλληλα, έκανε λόγο για έναν τρόπο διαμόρφωσης τιμών που δεν αντανακλά πάντα την πραγματική αξία του προϊόντος, επισημαίνοντας ότι «δεν μετράται μόνο η οξύτητα, αλλά στην πράξη έχουν ένα σύστημα και μετράνε την οξύτητα με τρόπο που επηρεάζει καθοριστικά την τελική τιμή». Αναφέρθηκε επίσης στο αυξημένο κόστος παραγωγής, από τα εργατικά που έχουν εκτοξευθεί έως τα λιπάσματα και τα καύσιμα, σημειώνοντας ότι «οι επιβαρύνσεις είναι συνεχείς και πολλαπλές», ενώ ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη μείωση των επιδοτήσεων, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «από δέκα χιλιάρικα που λάμβανα παλαιότερα, πλέον φτάνει να παίρνω δύο χιλιάρικα, παρά τη μεγαλύτερη παραγωγική μου δραστηριότητα».
«Το λάδι έχει γίνει τζόκερ»
Ο ελαιοπαραγωγός Ανδρέας Πολίτης σημείωσε ότι «η ελαιοκαλλιέργεια έχει χάσει τον σταθερό της χαρακτήρα, καθώς το λάδι έχει γίνει τζόκερ και δεν μπορεί πλέον να εξασφαλίσει ένα προβλέψιμο εισόδημα, αφού μπορεί μια χρονιά να σου δώσει και την επόμενη να μην πάρεις τίποτα». Όπως ανέφερε, «για το λόγο αυτό πολλοί παραγωγοί στρέφονται αναγκαστικά σε περισσότερες καλλιέργειες ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις ανάγκες τους, καθώς η μονοκαλλιέργεια δεν επαρκεί πλέον για τη βιωσιμότητα των νοικοκυριών». Παράλληλα, επεσήμανε ότι «η νέα χρονιά εμφανίζεται μέτρια, λόγω ζημιών από ασθένειες και προβλήματα στην καλλιέργεια», ενώ τόνισε ότι «το κόστος παραγωγής παραμένει υψηλό, ιδιαίτερα στα λιπάσματα, καθώς ό,τι ανεβαίνει, δεν κατεβαίνει, δημιουργώντας έτσι ένα διαρκώς επιβαρυντικό περιβάλλον για τους ελαιοπαραγωγούς».
ΠΑΤΡΙΣ


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου