Εδώ και τέσσερις γενιές, η οικογένεια Σαρτόρι από το Πλίμουθ του Ουισκόνσιν παράγει τυρί Ασιάγκο, ακολουθώντας μια παράδοση που χρονολογείται από τον πατριάρχη Πάολο Σαρτόρι (Paolo Sartori), ο οποίος καταγόταν από μια πόλη κοντά στο Ασιάγκο της Ιταλίας.

Ωστόσο, υπό την πίεση της Ευρώπης, πολλές χώρες σε όλο τον Κόσμο απαγορεύουν σε Αμερικανούς παραγωγούς, όπως οι Σαρτόρι, να χρησιμοποιούν την ονομασία «Ασιάγκο» (Asiago), υποστηρίζοντας ότι αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για τυρί που παράγεται με τον σωστό τρόπο στην Ιταλία. Το ίδιο ισχύει και για τα τυριά Παρμεζάνα και Ρομάνο που παράγει η οικογένεια Σαρτόρι. Για να αποφύγει γενικές περιγραφές όπως «σκληρό τυρί ιταλικού τύπου», η εταιρεία περιορίζει τις περιοχές όπου πωλεί τα προϊόντα της εκτός των ΗΠΑ.

«Οι καταναλωτές πρέπει να αποφασίζουν ποιο τυρί θα επικρατήσει στην αγορά, όχι οι Ευρωπαίοι δικηγόροι», λέει ο δισέγγονος του Πάολο, Μπερτ Σαρτόρι.

Τώρα η κυβέρνηση Τραμπ προσπαθεί να εξασφαλίσει την παγκόσμια αποδοχή του τυριού Ασιάγκο του Ουισκόνσιν— καθώς και της αμερικανικής παρμεζάνας, της φέτας, της γκοργκοντζόλα, του μπρι και του μούνστερ.

Στις εμπορικές συμφωνίες που συνάπτει σε όλο τον Κόσμο, η κυβέρνηση απαιτεί από τις χώρες να αποδεχθούν την αμερικανική άποψη σχετικά με τις ονομασίες τροφίμων. Κυβερνήσεις, μεταξύ των οποίων της Ταϊβάν, της Μαλαισίας και της Αργεντινής, δεσμεύονται να επιτρέψουν στις αμερικανικές εταιρείες να εμπορεύονται τα τυριά τους με τις ονομασίες που όλοι αναγνωρίζουν.

«Το περασμένο έτος σηματοδότησε μια πραγματική σημαντική πρόοδο», δήλωσε η Σάουνα Μόρις (Shawna Morris), επικεφαλής εμπορικής πολιτικής στην Εθνική Ομοσπονδία Παραγωγών Γάλακτος.

Η αμερικανική εκστρατεία προκάλεσε την αντίδραση του Consorzio del Formaggio Parmigiano Reggiano, το οποίο εκπροσωπεί εκατοντάδες Ιταλούς παραγωγούς. Αντιτίθεται στην επισήμανση τυριών ως «Παρμεζάνα», εκτός αν παράγονται στην καθορισμένη περιοχή της βόρειας Ιταλίας, σύμφωνα με αυστηρά πρότυπα παραγωγής.

Ο πρόεδρος της ομάδας, Νικόλα Μπερτινέλι (Nicola Bertinelli), δήλωσε ότι το ζήτημα αφορά στη διαφάνεια για τους λάτρεις του τυριού. «Οι καταναλωτές μπορεί να πιστεύουν ότι αγοράζουν ένα προϊόν που συνδέεται με συγκεκριμένη ιταλική προέλευση και μέθοδο παραγωγής, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι έτσι», είπε.

Οι αμερικανικές γαλακτοκομικές επιχειρήσεις είναι μεγάλες και αποδοτικές, με εμπειρία πολλών γενεών στην παραγωγή τυριών ευρωπαϊκού τύπου, οπότε μπορούν μερικές φορές να προσφέρουν καλύτερες τιμές από τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές τους. Οι εξαγωγές αμερικανικού τυριού αυξήθηκαν κατά 20% πέρυσι, φτάνοντας το ρεκόρ των 613.000 μετρικών τόνων.

Δεν υπάρχουν αυστηροί κανόνες σχετικά με το πότε μια τοπωνυμία ή άλλη παραδοσιακή περιγραφή που συνδέεται με ένα προϊόν γίνεται γενική. Σχεδόν όλοι συμφωνούν ότι, σε κάποιο σημείο στο μακρινό παρελθόν, το τσένταρ έγινε ένα είδος τυριού και όχι ένα προϊόν που πρέπει να προέρχεται από το Τσένταρ της Αγγλίας. Στο άλλο άκρο του φάσματος, ακόμη και οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν ότι η ονομασία «Σαμπάνια» μπορεί γενικά να αναφέρεται μόνο σε αφρώδη οίνο από μια συγκεκριμένη περιοχή της Γαλλίας.

Στο ενδιάμεσο, επικρατεί το «ό,τι θέλει ο καθένας». Για τους Αμερικανούς, η φέτα είναι ένα τυρί που θρυμματίζεται. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Φέτα, αν και δεν είναι τοπωνύμιο, μπορεί να προέρχεται μόνο από μια περιοχή της Ελλάδας που έχει χιλιετή παράδοση στην παραγωγή αυτού του είδους τυριού. Η ΕΕ αναφέρει ότι μια πρωτόγονη μορφή φέτας αναφέρεται στην Οδύσσεια, όταν ο ήρωας του αρχαίου έπους παίρνει τυρί από τη σπηλιά του κύκλωπα Πολύφημου.

Ως επί το πλείστον, οι ΗΠΑ και η ΕΕ έχουν φτάσει σε ένα αδιέξοδο σχετικά με το πώς η κάθε πλευρά αντιμετωπίζει το τυρί στη δική της αγορά. Αυτό αφήνει τον υπόλοιπο Κόσμο ως πεδίο όπου οι δύο πλευρές συνεχίζουν να ανταγωνίζονται.

Πάρτε για παράδειγμα την Ινδονησία, μια νησιωτική χώρα με 285 εκατομμύρια κατοίκους που στερείται βοσκοτόπων για βοοειδή. Αγοράζει γαλακτοκομικά προϊόντα αξίας 220 εκατομμυρίων δολαρίων ετησίως από τις ΗΠΑ.

Τον Σεπτέμβριο, η ΕΕ ανακοίνωσε μια εμπορική συμφωνία με την Ινδονησία, η οποία απαιτούσε από τη χώρα της Νοτιοανατολικής Ασίας να προστατεύσει πάνω από 200 προϊόντα διατροφής. Σε ένα παράρτημα διευκρινιζόταν ότι, όσον αφορά στην Ινδονησία, η φέτα προέρχεται αποκλειστικά από την Ελλάδα και η γκοργκοντζόλα από την Ιταλία.

Τον Φεβρουάριο, η κυβέρνηση Τραμπ αντέδρασε με τη δική της εμπορική συμφωνία. Αυτή τη φορά η Ινδονησία δήλωσε ότι θα επιτρέψει στους Αμερικανούς παραγωγούς να χρησιμοποιούν τις ονομασίες που προτιμούν— το αντίθετο από αυτό που μόλις είχε υποσχεθεί στους Ευρωπαίους. Ούτε η αμερικανική ούτε η ευρωπαϊκή συμφωνία έχουν επικυρωθεί επίσημα από την κυβέρνηση της Ινδονησίας.

The Wall Street Journal,