Παρασκευή, 29 Αυγούσρου, 2025
Πού οδηγεί τον ελληνοτουρκικό διάλογο η νέα ένταση - Η ρητορική της
Τουρκίας, οι απειλές Φιντάν και το «σύνδρομο των Σεβρών»
Τα πραγματικά όρια του ελληνοτουρκικού
διαλόγου, αλλά και η παντελώς διαφορετική
λογική με την οποία Αθήνα και Άγκυρα αντιμετωπίζουν τις διμερείς σχέσεις και
κυρίως τα διπλωματικά- νομικά ζητήματα που χωρίζουν τις δύο πλευρές του Αιγαίου
έρχονται ξανά στην επιφάνεια με την ανοίκεια ρητορική επίθεση του Τούρκου
υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν έναντι της Ελλάδας.
Πέραν των απειλών περί «φθηνής πολιτικής» που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση με δυσάρεστα γεωπολιτικά αποτελέσματα
για την Αθήνα, ο κ. Φιντάν ουσιαστικά κατηγορεί την ελληνική πλευρά για έλλειψη
ειλικρινούς διάθεσης επίλυσης των προβλημάτων, εμφανίζοντας μάλιστα τον Ταγίπ Ερντογάν– σε αντίθεση
προφανώς με τον Κυριάκο Μητσοτάκη– ως ηγέτη έτοιμο
να αναλάβει το «πολιτικό ρίσκο» μιας ελληνοτουρκικής διαπραγμάτευσης.
Η νέα ρητορική της Τουρκίας, οι απειλές
«Εμείς ελπίζουμε ότι μια μέρα θα φτάσει κι η ελληνική πολιτική στην
ωριμότητα και την αυτοπεποίθηση που έχει φτάσει η τουρκική πολιτική, δηλαδή να
μπορεί να συζητάει πιο άνετα τα θέματα. Δεν έχουμε καμία επιφύλαξη να μπούμε σε
μια πολεμική (αντιπαράθεση) μαζί τους», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Φιντάν,
υπονοώντας ουσιαστικά ότι η Αθήνα δεν είναι διατεθειμένη να αποστεί από την
πάγια θέση της περί μίας και μοναδικής διαφοράς με την Άγκυρα, δηλαδή της
οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών, γεγονός που- σύμφωνα πάντα με τις τουρκικές
θέσεις- οδηγεί εκ προοιμίου τον ελληνοτουρκικό διάλογο σε αδιέξοδο.
Ο επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας, μάλιστα, κινούμενος στη λογική της ομαδοποίησης των θεμάτων, βάζει στη συζήτηση και το Κυπριακό, το οποίο ως γνωστόν η Αθήνα δεν αντιμετωπίζει ως διαφορά μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
Ο Φιντάν και το «σύνδρομο των Σεβρών»
Αυτή η παντελώς διαφορετική προσέγγιση υποδεικνύει και την πραγματικότητα:
ο ελληνοτουρκικός διάλογος φθάνει έως συγκεκριμένου σημείου, χωρίς προοπτική να
προκύψουν απτά αποτελέσματα στον πυρήνα των ζητημάτων που ανά τακτά χρονικά
διαστήματα επιφέρουν ένταση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
Όσα, δε, ανέφερε, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών περί ελληνικής εξωτερικής
πολιτικής με χαρακτήρα «εσωτερικής κατανάλωσης», πρέπει να επισημανθούν τα
εξής:
- Πρώτον, είναι γεγονός ότι
ούτε η Ελλάδα, ούτε η Τουρκία δύνανται να ξεφύγουν από το εσωτερικό
ακροατήριο που σε ένα βαθμό καθορίζει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
- Δεύτερον, είναι φανερό ότι ο
κ. Φιντάν ο οποίος όπως όλοι οι αξιωματούχοι στην Τουρκία διαβάζει τις
ελληνικές εφημερίδες επιχειρεί να εκμεταλλευτεί τη διακριτή ρητορική που
καταγράφεται εντός της ελληνικής κυβέρνησης όσον αφορά τον διάλογο με την
Τουρκία.
- Τρίτον, οι δηλώσεις του
Τούρκου υπουργού Εξωτερικών έρχονται μόλις λίγες ώρες πριν την 30η
Αυγούστου, την «Ημέρα της Νίκης» όπου στη γείτονα εορτάζουν την εκδίωξη
του ελληνικού στρατού από τη Μικρά Ασία το καλοκαίρι του 1922.
Εξ ου και ο κ. Φιντάν, υπηρετώντας αυτό ακριβώς για το οποίο κατηγορεί την
Ελλάδα, δηλαδή εσωτερική κατανάλωση της εξωτερικής πολιτικής, μίλησε για
προσπάθεια «περικύκλωσης» της Τουρκίας.
«Εμείς γνωρίζουμε το ποιος έκανε τι, γιατί το έκανε, με ποιους παράγοντες
κινήθηκε καθώς και το πως είχαν προσπαθήσει στο παρελθόν να περικυκλώσουν την
Τουρκία στην περιοχή» ήταν η ακριβής αποστροφή, με σαφείς αντανακλάσεις στην
τουρκική θεωρία της δεκαετίας του 1920 περί συμμαχικής προσπάθειας- υπό την
καθοδήγηση της Ελλάδας- απομόνωσης της Τουρκίας από τις ακτές του Αιγαίου και
της Ανατολικής Μεσογείου. Πρόκειται για το αποκαλούμενο «σύνδρομο των Σεβρών»
που φαίνεται ότι πλανάται έως σήμερα πάνω από τη γείτονα.
Η ηχηρή απάντηση της Αθήνας, το ερώτημα
Από την άλλη πλευρά, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης
επέλεξε μεν να απαντήσει σε αυστηρούς τόνους, αποδίδοντας για ακόμα μια φορά
τον εκνευρισμό της Άγκυρας στην «ισχυρή και ενεργητική εξωτερική πολιτική»,
επεσήμανε όμως ότι «οι σχέσεις καλής γειτονίας, τις οποίες η Ελλάδα ανέκαθεν
επιδιώκει, δεν προάγονται με αμετροεπείς και άκαιρες δηλώσεις».
Η Αθήνα είναι αδύνατον να μην αντιδρά σε τέτοιου είδους δηλώσεις, από την
άλλη πλευρά είναι φανερό ότι θα επιμείνει στη συνέχιση του ελληνοτουρκικού
διαλόγου, ακόμα και αν το μόνο όφελος που προκύπτει είναι να αποτρέπεται η
ανεξέλεγκτη κλιμάκωση των εντάσεων που ενσκήπτουν κατά καιρούς.
Το μείζον ερώτημα που προκύπτει είναι τι θα συμβεί αν η αντιπαράθεση
μεταφερθεί επί του πεδίου, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση επανεκκίνησης των
ερευνών ηλεκτρικής
διασύνδεσης Ελλάδας- Κύπρου,
με τον κ. Μητσοτάκη να έχει δεσμευθεί επανειλημμένως ότι το έργο θα ολοκληρωθεί
κανονικά, τη δε Άγκυρα να ξεκαθαρίζει με κάθε ευκαιρία ότι «κανένα ενεργειακό
εγχείρημα δεν πρόκειται να γίνει χωρίς τη συμμετοχή ή την άδεια της Τουρκίας».
TO BHMA
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου