Του Θεόδωρου Καλμούκου
Η πορεία του Πάθους και των παθημάτων του Χριστού συνεχίζεται. Εχει φτάσει στην τέταρτη σκηνή. Είναι η σκηνογραφία της προδοσίας με το φίλημα. Τρομερό! Τον αθεόφοβο τον Ιούδα διάλεξε το φιλί, την πιο γλυκιά έκφραση αγάπης και στοργής, για να προδώσει τον Δάσκαλό του. Φίδι φαρμακερό είχε στο στενό του περιβάλλον ο Χριστός και τελικά τον δάγκωσε. Ετσι κάνουν όλα τα φίδια, όλοι οι προδότες. Απομακρύνθηκε ο Χριστός λίγα μέτρα από τους μαθητές Του, <ωσεί λίθου βολήν>. Γονάτισε κάτω από τις λιόξανθες φυλλωσιές των ελαιώνων και κάθιδρος προσευχόταν. Μπροστά από τα μάτια Του περνούν οι σκηνογραφίες των παθών Του. Από το πρόσωπό Του τρέχει ποτάμι ο ιδρώτας και σαν μεγάλες σταλαγματιές αίματος, πότιζαν τη γη. Ξαφνικά ένας άγγελος εμφανίσθηκε και άρχισε να Του δίνει κουράγιο.
Τον είχαν εγκαταλείψει οι πάντες. Φοβερό πραγματικό το αίσθημα της μοναξιάς. Εφιάλτης η εγκατάλειψη. Αν και είχε πει στους μαθητές Του να μην αποκοιμηθούν, αλλά να προσεύχονται, εκείνοι δεν άντεξαν και τους πήρε ο ύπνος. Φάνηκαν αδύναμοι. Αποκοιμήθηκαν.
Οι σκηνογραφίες διαδέχονται η μια την άλλη. Είναι ανατριχιαστικές. Έφθασε η πιο απεχθής στιγμή που γνώρισε ποτέ κόσμος. Είναι η στιγμή της προδοσίας Εκείνου που αγάπησε πολύ, όλους ανεξαίρετα, χωρίς κρατούμενα και δίχως υπολογισμούς. Και να η στιγμή, η προδοσία δεν προήλθε από κάποιον άγνωστο και ξένο, αλλά από τον στενό του κύκλο, από τον μαθητή Του, τον Ιούδα, τον οποίον ακόμα και τη στιγμή της προδοσίας τον αποκαλεί, φίλο. Του είπε με γαλήνη Θεϊκή, <εταίρε εφ’ ώ πάρει>, φίλε κάνε αυτό για το οποίο ήλθες.
Είναι νύχτα. Η σκοτεινιά έχει σκεπάσει ολόκληρη την πλάση και την καρδιά του Ιούδα μαζί. Η καρδιά του προδότη είναι πάντοτε σκοτεινή. Ολων των προδοτών όλων των αιώνων και όλων των εποχών. Τα δέντρα του κήπου φαντάζουν σαν μαυριδερές ορθόστητες σιλουέτες. Με το θρόισμα των φύλλων τους προσεύχονται, λες και νοιώθουν κι αυτά τα γενόμενα.
Από μακριά ακούγονται ποδοβολητά και φωνές. Είναι η σπείρα, η οποία αναζητεί τον άκακο Δάσκαλο, <μετά φανών και λαμπάδων και όπλων>. Τηρούν δεξιά, τηρούν ζερβά με βουλιμία λες και αναζητούν κάποιον κακούργο, κι όχι Εκείνον ο Οποίος <εκρέμμασε την γην επί των υδάτων>. Ανάμεσα από την σπείρα ξεπετάγεται μια γνωστή μορφή. Συνοφρυωμένη. Βλοσυρή. Εξαλλη. Προδοτική. Αχάριστη. Είναι ο Ιούδας. Πλησιάζει τον Ιησού και τον φίλησε λέγοντάς του, <χαίρε ραβί και κατεφίλησεν Αυτόν>, που πάει να πει χαίρε δάσκαλε.
Κι αμέσως κινήθηκε η σπείρα και ο χιλίαρχος και συνέλαβαν τον Ιησού. Τον έδεσαν και Τον οδήγησαν στον Αννα, ως υπόδικο, τον ευεργέτη. Θεέ μου πώς το τόλμησε αυτό ο Ιούδας!
Τη στιγμή που οι κακούργοι της σπείρας συλλάμβαναν και έδεναν τον Ιησού, ο Πέτρος οξύθυμος καθώς ήταν, έχασε τη ψυχραιμία του, τράβηξε το μαχαίρι του, κι’ έκοψε το αυτί του δούλου του Αρχιερέα, Μάλχο ονόματι. Αμέσως ο Χριστός έδωσε εντολή στον Πέτρο λέγοντάς του, <βάλε την μάχαιράν σου εις την θήκην>.\
Εδώ που λέμε ο Πέτρος κατά κάποιο τρόπο αντέδρασε φυσιολογικά. Τράβηξε μαχαίρι γιατί ένιωσε τον θάνατο σαν απειλή, ήταν όμως τελείως ανυποψίαστος πως ο Χριστός σε λίγο θα εξουδετέρωνε τον ίδιο τον θάνατο με τον θάνατό Του, αφού <θανάτω θάνατον πατήσας>.
Ο Πέτρος, ο οποίος παρουσιάσθηκε τόσο τολμηρός σε σημείο που τραβούσε μαχαίρια, σε λίγο θα εμφανιστεί σαν ένα μικρό και φοβισμένο ανθρωπάκι μπροστά σε μια παιδίσκη, η οποία θα τον ρωτήσει μέσα στην αυλή του Αρχιερέα καθώς θα ζεσταίνεται πλάι σε μια φωτιά, μήπως είσαι και συ μαζί του; Κι ο Πέτρος θα αρνηθεί και μάλιστα θα πάρει όρκο και θα πει πως δεν γνωρίζω ποιος είναι, <ουκ οίδα τον άνθρωπον>. Αρνητής ο Πέτρος. Δεύτερη απώλεια του στενού περιβάλλοντος του Χριστού. Ο πετεινός όμως λάλησε κι ο Πέτρος θυμήθηκε τα λόγια του Χριστού που του είχε πει <θα με απαρνηθείς τρεις φορές>. Βγήκε έξω και ξέσπασε σε κλάμα.
Πηγή: Εθνικός Κήρυξ
Η πορεία του Πάθους και των παθημάτων του Χριστού συνεχίζεται. Εχει φτάσει στην τέταρτη σκηνή. Είναι η σκηνογραφία της προδοσίας με το φίλημα. Τρομερό! Τον αθεόφοβο τον Ιούδα διάλεξε το φιλί, την πιο γλυκιά έκφραση αγάπης και στοργής, για να προδώσει τον Δάσκαλό του. Φίδι φαρμακερό είχε στο στενό του περιβάλλον ο Χριστός και τελικά τον δάγκωσε. Ετσι κάνουν όλα τα φίδια, όλοι οι προδότες. Απομακρύνθηκε ο Χριστός λίγα μέτρα από τους μαθητές Του, <ωσεί λίθου βολήν>. Γονάτισε κάτω από τις λιόξανθες φυλλωσιές των ελαιώνων και κάθιδρος προσευχόταν. Μπροστά από τα μάτια Του περνούν οι σκηνογραφίες των παθών Του. Από το πρόσωπό Του τρέχει ποτάμι ο ιδρώτας και σαν μεγάλες σταλαγματιές αίματος, πότιζαν τη γη. Ξαφνικά ένας άγγελος εμφανίσθηκε και άρχισε να Του δίνει κουράγιο.
Τον είχαν εγκαταλείψει οι πάντες. Φοβερό πραγματικό το αίσθημα της μοναξιάς. Εφιάλτης η εγκατάλειψη. Αν και είχε πει στους μαθητές Του να μην αποκοιμηθούν, αλλά να προσεύχονται, εκείνοι δεν άντεξαν και τους πήρε ο ύπνος. Φάνηκαν αδύναμοι. Αποκοιμήθηκαν.
Οι σκηνογραφίες διαδέχονται η μια την άλλη. Είναι ανατριχιαστικές. Έφθασε η πιο απεχθής στιγμή που γνώρισε ποτέ κόσμος. Είναι η στιγμή της προδοσίας Εκείνου που αγάπησε πολύ, όλους ανεξαίρετα, χωρίς κρατούμενα και δίχως υπολογισμούς. Και να η στιγμή, η προδοσία δεν προήλθε από κάποιον άγνωστο και ξένο, αλλά από τον στενό του κύκλο, από τον μαθητή Του, τον Ιούδα, τον οποίον ακόμα και τη στιγμή της προδοσίας τον αποκαλεί, φίλο. Του είπε με γαλήνη Θεϊκή, <εταίρε εφ’ ώ πάρει>, φίλε κάνε αυτό για το οποίο ήλθες.
Είναι νύχτα. Η σκοτεινιά έχει σκεπάσει ολόκληρη την πλάση και την καρδιά του Ιούδα μαζί. Η καρδιά του προδότη είναι πάντοτε σκοτεινή. Ολων των προδοτών όλων των αιώνων και όλων των εποχών. Τα δέντρα του κήπου φαντάζουν σαν μαυριδερές ορθόστητες σιλουέτες. Με το θρόισμα των φύλλων τους προσεύχονται, λες και νοιώθουν κι αυτά τα γενόμενα.
Από μακριά ακούγονται ποδοβολητά και φωνές. Είναι η σπείρα, η οποία αναζητεί τον άκακο Δάσκαλο, <μετά φανών και λαμπάδων και όπλων>. Τηρούν δεξιά, τηρούν ζερβά με βουλιμία λες και αναζητούν κάποιον κακούργο, κι όχι Εκείνον ο Οποίος <εκρέμμασε την γην επί των υδάτων>. Ανάμεσα από την σπείρα ξεπετάγεται μια γνωστή μορφή. Συνοφρυωμένη. Βλοσυρή. Εξαλλη. Προδοτική. Αχάριστη. Είναι ο Ιούδας. Πλησιάζει τον Ιησού και τον φίλησε λέγοντάς του, <χαίρε ραβί και κατεφίλησεν Αυτόν>, που πάει να πει χαίρε δάσκαλε.
Κι αμέσως κινήθηκε η σπείρα και ο χιλίαρχος και συνέλαβαν τον Ιησού. Τον έδεσαν και Τον οδήγησαν στον Αννα, ως υπόδικο, τον ευεργέτη. Θεέ μου πώς το τόλμησε αυτό ο Ιούδας!
Τη στιγμή που οι κακούργοι της σπείρας συλλάμβαναν και έδεναν τον Ιησού, ο Πέτρος οξύθυμος καθώς ήταν, έχασε τη ψυχραιμία του, τράβηξε το μαχαίρι του, κι’ έκοψε το αυτί του δούλου του Αρχιερέα, Μάλχο ονόματι. Αμέσως ο Χριστός έδωσε εντολή στον Πέτρο λέγοντάς του, <βάλε την μάχαιράν σου εις την θήκην>.\
Εδώ που λέμε ο Πέτρος κατά κάποιο τρόπο αντέδρασε φυσιολογικά. Τράβηξε μαχαίρι γιατί ένιωσε τον θάνατο σαν απειλή, ήταν όμως τελείως ανυποψίαστος πως ο Χριστός σε λίγο θα εξουδετέρωνε τον ίδιο τον θάνατο με τον θάνατό Του, αφού <θανάτω θάνατον πατήσας>.
Ο Πέτρος, ο οποίος παρουσιάσθηκε τόσο τολμηρός σε σημείο που τραβούσε μαχαίρια, σε λίγο θα εμφανιστεί σαν ένα μικρό και φοβισμένο ανθρωπάκι μπροστά σε μια παιδίσκη, η οποία θα τον ρωτήσει μέσα στην αυλή του Αρχιερέα καθώς θα ζεσταίνεται πλάι σε μια φωτιά, μήπως είσαι και συ μαζί του; Κι ο Πέτρος θα αρνηθεί και μάλιστα θα πάρει όρκο και θα πει πως δεν γνωρίζω ποιος είναι, <ουκ οίδα τον άνθρωπον>. Αρνητής ο Πέτρος. Δεύτερη απώλεια του στενού περιβάλλοντος του Χριστού. Ο πετεινός όμως λάλησε κι ο Πέτρος θυμήθηκε τα λόγια του Χριστού που του είχε πει <θα με απαρνηθείς τρεις φορές>. Βγήκε έξω και ξέσπασε σε κλάμα.
Πηγή: Εθνικός Κήρυξ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου