Ανάλυση του Θεοδώρου Καλμούκου
Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου, 2013Ενα από τα πολλά θέματα που ανέκυψαν από τη συνέντευξη του προέδρου του κοινοτικού συμβουλίου του Αρχιεπισκοπικού Καθεδρικού Ναού της Αγίας Τριάδος Νέας Υόρκης, Ντιν Πολ, στην έκδοσή μας της 11ης Σεπτεμβρίου 2013 ήταν και το θέμα της χορωδίας. Το ετήσιο κόστος της το οποίο ανέρχεται στο υπέρογκο (για χορωδία) ποσό των 200 χιλιάδων δολαρίων οφείλεται βασικά στο γεγονός ότι έχουν προσληφθεί επαγγελματίες χορωδοί, οι οποίοι ψέλνουν «επαγγελματικά», πολλοί, μάλιστα, εκ των οποίων δεν είναι Ορθόδοξοι ή και ενδεχομένως μη Χριστιανοί. Κι έτσι κάθε Κυριακή εκτελούν «επαγγελματικά» τη διατεταγμένη εργασία τους επί αμοιβή.
Εκείνο που σηματοδοτεί και τούτη η πρωτόγνωρη ενέργεια είναι η ακρότητα της εκκοσμίκευσης των εσχάτων και η ολοκληρωτική άγνοια γι’ αυτό που είναι Εκκλησία, από αυτό που δεν είναι. Κι αν πάμε ένα βήμα πιο πέρα και πούμε ότι Θεολογικώς ομιλούντες η Εκκλησία ταυτίζεται με την Ευχαριστία, δηλαδή τη Λειτουργία, τότε γίνεται κατανοητό και στους πλέον αδαείς ότι εδώ πλέον δεν έχει μείνει τίποτε όρθιο, παρά μόνο μία θρησκειοποιημένη σέκτα με Ορθοδοξολογικό χαρακτήρα.
Ας επιχειρήσουμε μερικές σκέψεις, ξεκινώντας από τη βασική θέση ότι η Θεία Λειτουργία είναι η προσευχή της Εκκλησίας. Είναι το κοινό έργο των πιστών. Αλλωστε, αυτό σημαίνει Λειτουργία, είναι δισύνθετη λέξη - από το λείτος - που θα πει κοινό και έργον, δηλαδή η Λειτουργία είναι το κοινό έργο της Εκκλησίας, τουτέστι του σώματος των πιστών.
Για την Ορθοδοξία τα πάντα αρχίζουν και τελειώνουν στο Θυσιαστήριο, πάνω στο οποίο ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού προσφέρεται θεληματικά και από αγάπη, δηλαδή αυτοπροσφέρεται «υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας». Εκεί ακριβώς βρίσκεται αδιάκοπα η Εκκλησία, σκυμμένη ευλαβικά με τον αυχένα της ψυχής και του σώματος, δεχόμενη τη θεία χάρη και γίνεται το εργαστήρι μέσα στο οποίο και δια του οποίου ο άνθρωπος κατεργάζεται με φόβο και τρόμο το μυστήριο της σωτηρίας του.
Μέσα στην Ευχαριστία οι πάντες και τα πάντα νοηματίζονται. Αποκτούν σκοπό και προορισμό και λόγωση. Ζουν πραγματικά.
Αληθινά. Αυθεντικά. Τίμια. Τριαδικά. Θεανθρώπινα. Αποκτούν «ομοήθεια», για να χρησιμοποιήσουμε μια Πατερική έκφραση, δηλαδή χρώμα και οσμή δική Του. Γίνονται «Θεοείκελοι». Εν-Χριστοποιούνται και ζουν εν Χριστώ και δια Χριστό. Συναντιούνται μαζί Του «ενώπιοι ενωπίω», αφού όχι μονάχα Τον δέχονται πιστευτά ως Θεό και Σωτήρα τους, αλλά συμμετέχουν οργανικά στη ζωή Του. Γίνονται «κοινωνοί θείας φύσεως», για να θυμηθούμε την έκφραση του Αποστόλου Πέτρου (Β’ Πέτρου Α - 4). Αποκτούν ήθος Τριαδικό. Διάσταση Θεανθρώπινη, γιατί ολόκληρος ο άνθρωπος - πρόσωπο - περιχωρείται στον όλο Θεό. Αυτή η αληλλοπεριχώρηση κατέστη δυνατή από τη στιγμή της Σάρκωσης του Λόγου, «ο Οποίος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν». Από τότε ο άνθρωπος γίνεται «Μονή», που μέσα της δέχεται την «Παραμονή» της Θείας Παρουσίας και ζει την αμεσότητα της σωτηρίας του εμπειρικά στο κάθε τώρα, γιατί η σωτηρία μπορεί να αρχίσει στο κάθε τώρα αρκεί να θελήσουμε και να αποφασίσουμε.
Η Θεία Λειτουργία δεν είναι ένα θέαμα, αλλά είναι θέμα ζωής και σωτηρίας. Δεν είναι ένα άκουσμα, έστω το πιο μελωδικό το οποίο το αποδίδουν «επαγγελματίες χορωδοί» επί πληρωμή λες και τραγουδούν σε όπερα ή σε μουσικό συγκρότημα, αλλά είναι το έργο της ζωής της Εκκλησίας. Ολοι μαζί Λειτουργούμε. Ολοι μαζί αγωνιζόμαστε. Ολοι μαζί λαχταρούμε την «κατάποσιν του θνητού υπό της ζωής».
Η Ευχαριστία δεν είναι απλώς ένα άκουσμα, μία μουσική απόδοση από «μισθωτούς χορωδούς καλλιτέχνες», αλλά είναι ένα υπαρκτικό βίωμα της πίστης μας.
Μια γιορτή πίστης γιατί ό,τι πιστεύει η Εκκλησία, το γιορτάζει κι όλας, δηλαδή, το φανερώνει Λειτουργικά - Ευχαριστιακά - Δοξολογικά - Μαρτυρικά. Πρόκειται για ομολογία πίστεως όταν ψέλνουμε λόγου χάρη «ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού αθάνατος υπάρχων».
Η Ευχαριστία είναι «άσκησις συν αγιασμός», το εσχατολογικό μήνυμα και βίωμα της Εκκλησίας κι όχι μία καθωσπρεπούμενη «εκδήλωση», σύντομη, όμορφη, εντυπωσιακή, φωσφορίζουσα.
Η Ευχαριστία είναι Ιερουργία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Μετοχή στο πλήρωμα της ζωής του Χριστού. Μια ορασία των αόρατων. Μια έκφραση των ανείπωτων. Μια συνύπαρξη του Ουρανού και της Γης, αφού, «τα άνω τοις κάτω συνεορτάζει και τα κάτω τοις άνω συνομιλεί». Για μια βίωση του Ευαγγελίου του Χριστού με την εμπειρία της Εκκλησίας.
Πηγή: Εθνικός Κήρυξ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου