Προχθές Τρίτη στη στήλη "Στο μικροσκόπιο και ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΑ ΔΏΝΤΙΑ" είπαμε και για το ποιητή που... "στιχόνει και απορείς" Να λοιπόν που είχαμε δίκιο, γιατί "ξαναχτύπησε", καλή του ώρα
Χωριό μου όμορφο μικρό
χιλιοτραγουδισμένο
τι
στέκεις τώρα σκοτεινό
βουβό
και μαραμένο
Τι
γίνανε οι άνθρωποι
που
πήγαν τα παιδιά σου
μοιάζεις
με άψυχο κορμί
έχασες
τη μιλιά σου
Κάποτε
τα σοκάκια σου
ήταν
ζωή γεμάτα
μα
ότι βλέπω τώρα δα
μοιάζουν
κακά μαντάτα
Φωνή
ανθρώπου δε γρικώ
ούτε
χτυπά καμπάνα
ούτε
ένα βέλασμα αρνιού
ούτε
μωρού το κλάμα
Δεν
κελαηδούνε τα πουλιά
δεν
τραγουδούν τ’αηδόνια
καινούργιες
δεν χτίζουν άλλες πια
φωλιές
τα χελιδόνια
Που
είναι η πρασινάδα σου
τα
όμορφα λουλούδια
πουν’αι
τα πανηγύρια σου
τα
γλέντια τα τραγούδια
Που
είναι οι κληματαριές
οι
τριανταφυλλιές σου
τα
κρίνα τα γεράνια σου
οι
αγριομηλιές σου
Γαμπρός
ντυμένος διάβηκα
ετούτο
το κονάκι
μα
όταν το αντίκρισα
με
γέμισε φαρμάκι
Ειν’τα
παράθυρα κλειστά
κι
η πόρτα κλειδωμένη
χορταριασμένη
η αυλή
και
η μάντρα γκρεμισμένη
Που
είναι εκείνες οι αυλές
οι
ασβεστοβαμένες
που
είναι και οι κοπελιές
οι
ομορφοχτενισμένες....
...Σεργιάνι
όταν βγαίνανε
στης
Κυριακής το δείλι
γέμιζαν
τα σοκάκια σου
μ’αρώματα
τ’Απρίλι
Μα
λείπουν και τ’αγόρια σου
οι
άντρες οι λεβέντες
που
πίνανε όρθιοι το κρασί
και
τρώγαν τους μεζέδες
Γιατί
όλοι σε ξεχάσανε
χωριό
μου αγαπημένο
και
είσαι τώρα ορφανό
έρμο
κι’ερειπωμένο
Σκοτείνιασε
η γειτονιά
φεγγάρι
πια δε βγαίνει
κι’ενα
πικρό παράπονο
στα
στήθια μου ανεβαίνει
Χωριό
μου !!!
Τι
γίνανε οι άνθρωποι που πήγαν τα παιδιά
σου....
Μήπως
κατάρα του Θεού
σ’έβρε
πολύ μεγάλη
πες
μου χωριό τι έγινε
λύση
δε βρίσκω άλλη
Μήτε
κατάρα του Θεού
μήτε
σεισμοί με βρήκαν
μον’τα
παιδιά μου φύγανε
και
έρημο μ’αφήσαν
Η
ξενιτιά μου τα’κλεψε
τα’χει
στην αγκαλιά της
τα
μάγεψε τα πλάνεψε
και
τα’κανε δικά της
Ήτανε
χρόνια δύσκολα
φτωχά
και πικραμένα
χώριζαν
Μάνες και παιδιά
και
αδέλφια αγαπημένα
Η
φτώχεια δεν τα άφηνε
μέρα
καλή να δούνε
σε
ξένα μέρη έψαχναν
την
τύχη τους να βρούνε
Σκορπίσανε
στου ορίζοντα
τα
τέσσερα σημεία
Σπάρτη
Αθήνα Αμερική
κι’
εκεί στη Γερμανία
Φεύγαν
και δε γυρίζανε
φεύγαν
σαν καραβάνια
πέλαγο
ατελείωτο
η
πίκρα κι η ορφάνια
Την
ξενιτιά την αρφανιά
την
πίκρα την αγάπη
τα
τέσσερα τα ζύγισαν
βαρύτερα
ειν’ τα ξένα
Μα..
δε τους πέρασε απ’το νου
λίγο
να λογιστούνε
σαν
τις δικές σου ομορφιές
στον
κόσμο δε θα βρούνε
Αλλά......
Γιατί
τους άλλους αδικώ
κι
αφήνω απ’έξω εμένα
αφού
κι εγώ σ’αρνήθηκα
και
ζω μακριά στα ξένα
Πρέπει
να φύγω μα θαρρώ
θα
μείνω λίγο ακόμα
θέλω
μέσα στις χούφτες μου
να
πάρω λίγο χώμα
Κειμήλιο
θα είναι ιερό
στον
κόρφο φυλαχτό μου
για
να θυμάμαι το μικρό
το
όμορφο χωριό μου.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ
ΙΑΤΡΟΥ
ΒΟΣΤΩΝΗ
ΑΜΕΡΙΚΗΣ

Μπραβο. Τι ευτυχια-ευλογια ναρχεται η φωνη της αγνής λαικής ψυχης απο την Αμερικη!... Αμποτε και ν´ ακουστει και στα χωριά μας, όταν θα ξαναζωντανέψουν. Στη ζηση μας, αραγε θα το δουμε;
ΑπάντησηΔιαγραφήΕγω επιμενω καποια ωρα θα ερθει.
Σωτ ΔΙΒΡΗ