Ξεκάθαρο μήνυμα προς τους ιδιοκτήτες ταξί πως η απελευθέρωση του επαγγέλματος θα πραγματοποιηθεί, καθώς οι άδειες είναι δημόσια περιουσία, στέλνει ο υπουργός Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, Γιάννης Ραγκούσης, σε συνέντευξή του.
Ο κ. Ραγκούσης απαντώντας στην κριτική που του ασκείται, ακόμα και εντός του ΠΑΣΟΚ για τη στάση που κρατά, τονίζει πως είναι απαραίτητο να προχωρήσουν όλες εκείνες οι δομικές αλλαγές και ξεκαθαρίζει πως θα υπάρξει μηδενική ανοχή στη φοροδιαφυγή και στην ιδιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.
Ερωτηθείς πότε θα γνωστοποιήσει τις προτάσεις του, καθώς οι ιδιοκτήτες ταξί έχουν πει ότι θα περιμένουν μέχρι τις 5 Σεπτεμβρίου, ο Υπουργός ανέφερε ότι «αφού έχουμε λάβει τις προτάσεις των φορέων του τουρισμού και των εργαζόμενων οδηγών ταξί, θα είμαστε έτοιμοι στα τέλη του μήνα και εναπόκειται βέβαια στον Πρωθυπουργό και στα κυβερνητικά όργανα ο ακριβής χρόνος στον οποίο θα εκδηλωθεί η πρωτοβουλία μας».
Σπεύδει να προσθέσει, μάλιστα, πως «είναι προφανές ότι το ζήτημα έχει αποκτήσει ευρύτερη σημασία. Δεν είναι ο Υπουργός απέναντι στους ιδιοκτήτες ταξί. Είναι το πολιτικό σύστημα και η ευθύνη του να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον απέναντι σε οργανωμένα συντεχνιακά συμφέροντα και ολιγαρχικές νοοτροπίες».
Στην ερώτηση για τον πυρήνα των προτάσεών του, ο Υπουργός τονίζει:
«Πρώτον: καθεστώς μηδενικής ανοχής στη φοροδιαφυγή και στην ιδιοποίηση δημόσιας περιουσίας - είναι όρος δημοσιονομικής επιβίωσης της χώρας. Η δικτατορία και το πελατειακό κράτος μετέτρεψαν τους κατόχους αδειών ταξί, σε ‘ιδιοκτήτες’ αδειών ταξί. Και παράλληλα τους έδωσαν έτσι τη δυνατότητα να εμπορεύονται στη μαύρη αγορά ένα δημόσιο αγαθό που είναι η κρατική άδεια ταξί. Ενα δημόσιο αγαθό που, όπως όλα τα δημόσια αγαθά, ανήκει σε ολόκληρη την κοινωνία, τελικά στους φορολογούμενους πολίτες.
Η κατάσταση αυτή είναι από κάθε άποψη απαράδεκτη και δεν μπορεί να συνεχίζεται ειδικά στις παρούσες συνθήκες που βιώνει η χώρα. Δεν μπορεί η κυβέρνηση να χρησιμοποιεί μία γλώσσα και δύο πρακτικές. Δεν μπορεί από τη μια πλευρά να διακηρύσσει τη δέσμευσή της στην πάταξη της παραοικονομίας και από την άλλη να επιτρέπει συναλλαγές μαύρης αγοράς. Και για να έχει κανείς αίσθηση των μεγεθών, αν αληθεύουν εκτιμήσεις που έχουν δημοσιοποιηθεί και υπολογίζουν τη μέση τιμή της άδειας τα τελευταία χρόνια στη μαύρη αγορά στις 150.000 ευρώ, με 30.000 άδειες συνεπάγεται ένας τζίρος παραοικονομίας που υπερβαίνει τα 4 δισ. Δεν μπορεί το κράτος την ώρα που ζητά από τους φορολογούμενους να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους, να κλείνει το μάτι σε κάποιους άλλους και να καμώνεται πως δεν υπάρχει πρόβλημα που παραοικονομούν και που συντηρούν επιπλέον μαύρη εργασία. Ιδίως μάλιστα όταν η χώρα βρίσκεται σε μια αγωνιώδη προσπάθεια αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας για να εξασφαλίσει τη δημοσιονομική της επιβίωση και την αντιμετώπιση του προβλήματος του δημόσιου χρέους. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι δεν είναι δυνατόν την ώρα που η χώρα υφίσταται τέτοιες θυσίες ένα άλλο κομμάτι της δημόσιας περιουσίας, όπως οι συγκεκριμένες άδειες, να αφήνεται σε ένα καθεστώς συντεχνιακής λογικής όλων των τελευταίων δεκαετιών. Πρέπει επομένως να βρεθεί μία λύση. Μια λύση δίκαιη και τίμια. Αυτό απαιτεί η κοινωνική πλειοψηφία και το καθήκον απέναντι στον τόπο.
»Δεύτερον, η λύση που θα δώσουμε θα εξασφαλίζει τη συνολική αναβάθμιση του επαγγέλματος, τόσο στις συμβατικές μορφές του όσο και στις νέες μορφές υπηρεσιών που έχει ανάγκη ο τουρισμός. Με καλύτερη ποιότητα στο προσωπικό, στα οχήματα, στην ασφάλεια, τις περιβαλλοντολογικές προδιαγραφές. Μόνο έτσι θα ωφεληθούν οι πολίτες που χρησιμοποιούν ταξί, αλλά και η μεγάλη βιομηχανία της χώρας μας που είναι ο τουρισμός, μόνο έτσι έχουμε αναπτυξιακό αποτέλεσμα.
»Και, τρίτον, με τη λύση που θα δώσουμε θα πρέπει να εξασφαλίσουμε τη όσο το δυνατό μεγαλύτερη τόνωση της απασχόλησης με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης, δηλαδή ίσων ευκαιριών για όλους...».
Πηγή: Καθημερινή & Εθνικός Κήρυξ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου